Στην Πύλη της Αιωνιότητας

At Eternity's Gate

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελβετία, Γαλλία, Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ, Ιρλανδία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζούλιαν Σνάμπελ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ζαν-Κλοντ Καριέρ, Τζούλιαν Σνάμπελ, Λουίζ Κούγκελμπεργκ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Γουίλεμ Νταφό, Ρούπερτ Φρεντ, Όσκαρ Άιζακ, Νιλς Άρεστρουπ, Μαντς Μίκελσεν, Ματιέ Αμαλρίκ, Εμανουέλ Σενιέ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μπενουά Ντελόμ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Τατιάνα Λισόφσκαγια
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 111'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Ο Τζούλιαν Σνάμπελ, φτασμένος ζωγράφος ο ίδιος, βιογραφεί για δεύτερη φορά ομότεχνό του μετά τον «Μπασκιά» του 1996, αυτή τη φορά τον μυθικής υπόστασης για την σύγχρονη κουλτούρα της τέχνης, Βίνσεντ Βαν Γκογκ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

- «Είναι όλοι οι καλλιτέχνες τρελοί;»
- «Μόνο οι καλοί»

Εκείνο για το οποίο μπορείς να είσαι βέβαιος προσερχόμενος στην «Πύλη της Αιωνιότητας», είναι πως δεν θα τεθείς αντιμέτωπος με την τρέχουσα και πολυκοπιαρισμένη εκδοχή των κινηματογραφικών βιογραφιών. Δεν θα υπάρξει «που γεννήθηκε», ούτε τυπικό φλασμπάκ επεξηγήσεων, ούτε «πιστή» αναπαράσταση περιστατικών μα και καθόλου μέικ απ γήρανσης ή ψηφιακού ξανανιώματος. Θα ξεκινήσεις χωρίς την ενοχλητική της μυθοπλασίας υπενθύμιση πως «η ταινία βασίζεται σε αληθινή ιστορία», που συνήθως πια οχυρώνει τις ταινίες πίσω από την αδυναμία τους να πείσουν για τον κόσμο τους δίχως την βοήθεια μιας παραπομπής στον κόσμο που κάθε θεατής γνωρίζει.

Από την άλλη μπορείς να είσαι έτοιμος για τον «τρόπο Σνάμπελ» («Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα»), ένα τρόπο γεννημένο να αποκληθεί «προσωπικός», ταγμένο απαρέγκλιτα στην υπηρεσία του βιογραφούμενου καλλιτέχνη αλλά και σε αυτόν του ίδιου του σκηνοθέτη που είναι ψυχαναγκασμένος να υπενθυμίζει με τις σκηνοθετικές του επιλογές τις σημειωμένες γέφυρες με τον Ολλανδό μετα-ιμπρεσιονιστή βιογραφούμενο.

Ο Σνάμπελ γυρεύει με οξύνοια κι εμπάθεια «αυτοβιογραφούμενου» να αποτυπώσει τη βία της τέχνης, τις τεκτονικές πλάκες που μετακινούμενες διαρκώς εντός του καλλιτέχνη επιτρέπουν περιστασιακά μια καλλιτεχνική λάβα να ξεμυτίζει.

Διότι τα πάντα εδώ έχουν να κάνουν με τον χρόνο. Τον χρόνο σαν στιγμή ζωής, τον χρόνο που χρειάζονται τα περίφημα παπούτσια να ζωγραφιστούν (σήμερα είναι στο Μητροπολιτικό της Νέας Υόρκης – αυτά της ταινίας τα ζωγραφίζει ο ίδιος ο Σνάμπελ που μοιράζεται credit και με τον Νταφό), τον χρόνο μιας ημέρας, τον μεταθανάτιο χρόνο. Αυτός είναι στο επίκεντρο, χωρίς ποτέ να αναφέρεται παρά στον τίτλο. Η υστεροφημία αλλά και ο χρόνος που περνώντας αποκαθιστά εκείνο που ο χρόνος μιας ζωής δεν ήταν καταρτισμένος να αναγνωρίσει.

Άλλωστε για τον Σνάμπελ, όπως και για πάμπολλους καλλιτέχνες (και πάμπολλους ερωτευμένους με τον εαυτό τους επίσης), ο Βαν Γκογκ συνιστά το ιερό στρεότυπο του βασανισμένου εν ζωή ιδιοφυούς που αναγνωρίζεται μετά θάνατον. Ίσως οι ψυχολόγοι θα έπρεπε να δημιουργήσουν, αν δεν έχουν ήδη, ένα «σύνδρομο Βαν Γκογκ», περιγράφοντας μια κατάσταση διαρκούς δικαιολογητικού παραπόνου μιας (καλλιτεχνικής ή και όχι...) ζωής που δεν μπορεί και δεν θέλει να εννοήσει γιατί δεν αναγνωρίζεται.

Αυτό φυσικά δεν αφαιρεί βάρος και συναισθηματικό κύρος από το διάβασμα του Σνάμπελ στη ζωή του Βαν Γκογκ. Διαλέγοντας να περιγράψει την ύστερη περίοδο του καλλιτέχνη, την περίοδο της Αρλ και του ψυχιατρικού εγκλεισμού, ο Σνάμπελ ορκίζεται στο σενάριο του σπουδαίου Ζαν - Κλοντ Καριέρ (ένα πολυγραφότατος με θητεία μπουνιουελική, δίπλα σε μεγάλους, τον Μαλ, τον Ντερέ, τέσσερεις υποψηφιότητες για Όσκαρ κι ένα τιμητικό!) και υμνεί την καλλιτεχνική τρέλα, την φωτιά που δεν σιγάζεται ποτέ. Με την κάμερά του πυρετώδη, συχνά σε πρώτο πρόσωπο, συχνότερα τοποθετημένη σε θέσεις ιδεώδεις για να προτείνουν την «άλλη όψη» μιας αντικειμενικότητας, ερωτικά κολλημένη πάνω στο μαγικά κινηματογραφικό πρόσωπο του Νταφό (ίσως στην πιο μεγάλη του, στην πιο προκλητική του στιγμή), ο Σνάμπελ γυρεύει με οξύνοια κι εμπάθεια «αυτοβιογραφούμενου» να αποτυπώσει τη βία της τέχνης, τις τεκτονικές πλάκες που μετακινούμενες διαρκώς εντός του καλλιτέχνη επιτρέπουν περιστασιακά μια καλλιτεχνική λάβα να ξεμυτίζει.

Από έργα τέτοιας κοπής δεν περιμένεις επεισοδιακή σαφήνεια, δέχεσαι εκ των προτέρων πως γραφική ικανοποίηση δεν θα πάρεις (ευτυχώς όχι κομμένα αυτιά εδώ), πως πολλά θα απαλοιφούν, άλλα θα τροποποιηθούν, ακόμα και η (πολύ πρόσφατη) υπόθεση του θανάτου του Βαν Γκογκ όχι από αυτοκτονία θα προτιμηθεί. Κάποιοι θεατές θα ζητούσαν μια ακαδημαϊκότερη συγκρότηση, άλλοι μια συμπαγέστερη δραματουργία, στο τέλος όμως θα ικανοποιηθούν εκείνοι που χωρίς καλουπωμένες προσδοκίες θα αναζητήσουν την ταύτιση μ' έναν άνθρωπο που βασανίστηκε πολύ, πιο πολύ από μέσα παρά απ' έξω του, που ζωγράφιζε για να συνεχίσει να χτυπά η καρδιά του. Αυτοί θα πάρουν μια οπωσδήποτε αυτάρεσκη όσο κι εντελώς de profundis, ασυμβίβαστη ταινία πάνω στον δαίμονα της δημιουργίας και τον διαβολεμένο χρόνο που δεν επαρκεί και δεν επιβραβεύει.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Στην Πύλη της Αιωνιότητας
  • Στην Πύλη της Αιωνιότητας