Η Τέχνη Καταστρέφει

Back Held Hands

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελλάδα
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Νίκος Κορνήλιος
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Νίκος Κορνήλιος, Ευγενία Παπαγεωργίου
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κάτια Λεκλέρκ Ο' Γουόλις, Κώστας Αρζόγλου, Ορόρ Μαριόν, Εστέλ Μαριόν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ολυμπία Μυτιληναίου
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 104'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Trianon Filmcenter
    <ARTICLE TITLE/>

Δύο ηθοποιοί - κόρες από διαφορετικούς γάμους ενός εμμονοληπτικού με την τέχνη του σπουδαίου θεατρανθρώπου, έρχονται στην Αθήνα, μετά από πρόσκλησή του, προκειμένου να ανεβάσουν μια παράσταση του Μάκβεθ. Αναμενόμενα, οι πύλες της Κολάσεως ανοίγουν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η Τέχνη Καταστρέφει. Ούτε ερωτηματικό απορίας, ούτε θαυμαστικό συνειδητοποίησης. Ούτε καν εισαγωγικά ή, έστω, τρεις τελείες μιας ελπιδοφόρας ασάφειας. Ο σκηνοθέτης Νίκος Κορνήλιος, με αρωγούς τρεις ηθοποιούς, μοντέρνα αφαίρεση ολόγυρα κι ανυποχώρητα ζητήματα που οφείλεται να τεθούν, καταθέτει ένα φιλμ αν όχι για δυνατούς λύτες οπωσδήποτε για απαιτητικούς κι όσο γίνεται άφοβους θεατές. Ο τόνος είναι καταθλιπτικός, το άδυτο της αμετάκλητα τραυματικής Οικογένειας θεοσκότεινο, οι άπειρες ρωγμές μαρτυρούν την επικείμενη κατάρρευση, ένας προαναγγελθής κατακλυσμός έρχεται.

Το νόημα το πιάνεις από την αρχή. Το ερώτημα είναι πως θα συντελεστεί δραματουργικά και ποια δύναται να είναι η αντίδραση του θεατή σε μια τόσο «σαιξπηρικά» βαριά ιστορία. Ο πληροφορημένος θεατής προσερχόμενος θα προσκρούσει αρχικά σε μάλλον όλες τις ασθένειες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου: Στην ένδεια της κατασκευής, την κατά(ή από)πληκτική εσωστρέφεια, την θεατρικότητα του υποτιθέμενα κινηματογραφικού λόγου, το βαρύ σαν αμόνι θέμα. Δυο παιδιά σχεδόν κατεστραμμένα από την πατρική απουσία, το κέρδος της Τέχνης που γίνεται η απώλεια των ανθρώπων, η κληρονομική κατάρα. Η σύγκρουση της ελπίδας και του αιτήματος ενός αισιότερου μέλλοντος με το παγόβουνο της αδυναμίας που εγωκεντρικά, δειλά (αλλά και γνήσια) επαγγέλεται αυτό που ο ίδιος εγωκεντρισμός απορρίπτει: την κατανόηση και την έγνοια του Άλλου μέσω της Τέχνης.

Η ερμηνεία της Λεκλέρκ είναι εκπληκτική, η δουλειά στο πρόσωπο και στις χειρονομίες που ΔΕΝ συμβαίνουν είναι ο λόγος να παρακολουθείς μαγνητισμένος

Ο Κορνήλιος, με όπλα του το γραμμένο των ρόλων, το σαιξπηρικό κείμενο (στην έξοχη, σύγχρονη απόδοση του Χειμωνά) και μια σκηνοθεσία που όσο κοντά στέκει, τόσο ευγενικά παρακολουθεί το ξετύλιγμα της εσωτερικής πορείας των χαρακτήρων, έχει δύσκολο έργο. Είναι όμως όσο (και αυτό το «όσο» είναι επαρκέστατο) συνειδητός και ευφυής μαρτυρά μια σκηνή: «Δεν το είπα καλά ε; Στομφάρω!» θα πει ο Αρζόγλου σε μια σκηνή στη μέση του έργου. Κι από εκείνη τη στιγμή και μετά, ο ηθοποιός που ήταν ανάμεσα σε καθηγητική απαγγελία και απαντητικό «στομφάρισμα» μιας υποτιθέμενης συνέντευξης, θα αλλάξει τον τρόπο που παίζει, θα γίνει, επιτέλους, ρεαλιστικότερος.

Πυρηνικής έντασης ερμηνεία και χτύπημα όμως θα έρθει από την Κάτια Λεκλέρκ. Σε μια ερμηνεία συγκλονιστική, έντασης που όταν βλέπεις καταλαβαίνεις πόσο αθωράκιστος ήσουν, εμβέλειας που όταν (σπανιότατα) συναντάς σου ‘ρχεται να φωνάξεις «Να! Να πως γίνεται! Να πως τα ψυχοδράματα του Μπέργκμαν απέκτησαν το ύψος τους!», η Λεκλέρκ, σε ελληνικά (δεν είναι Ελληνίδα) που ένας Έλληνας ηθοποιός σου ‘χει βγάλει το λάδι μέχρι να εντοπίσεις (και δεν μιλάμε για την – ελάχιστη - ξενικότητα στην εκφορά, μιλάμε για την δόμηση και τον τονισμό της φράσης), παραδίδει έναν ρόλο εκπληκτικό. Παίζοντας την θανάσιμα τραυματισμένη ψυχολογικά κόρη, βρίσκει ένα σημείο μετά την θραύση, αφ’ ότου η μέγιστη ζημιά έχει συντελεστεί, τις τελευταίες στιγμές προτού οτιδήποτε είναι αυτό που συνθέτει ένα πρόσωπο και μια ιδιοσυγκρασία καταρρεύσει μια και καλή. Μπας και ησυχάσει. Η ερμηνεία της είναι εκπληκτική κι αν το σώμα της είναι εκπαιδευμένο, ασκημένη ηθοποιός είναι προφανέστατα, η δουλειά στο πρόσωπό της και στις χειρονομίες που ΔΕΝ συμβαίνουν (δες τη σκηνή που την τραβάει η αδελφή της να φύγει από την πρόβα) είναι ο λόγος να παρακολουθείς μαγνητισμένος  - έστω κι εν μέσω των ενστάσεών σου για το έργο.

Οι οποίες δεν είναι απαραίτητα λίγες, άλλο που διαλέγεις να τιμήσεις τα θετικά. Ο διάλογος κόβεται στη μέση ανάμεσα στα τσιτάτα της γεροντικής καλλιτεχνικής θυμοσοφίας και την χειροπιαστή νεανική ορμή των αναπάντητων ερωτημάτων, η καλλιτεχνική διεύθυνση (η σκηνογραφία, κυρίως) υποτάσσεται αμίλητα στην εσωτερική ερημιά των τεκταινομένων (πιο απλά, δεν υπάρχει λίγη παραπάνω «κατασκευή» να υποστηρίξει την ψυχολογία, ο δρόμος που επιλέγεται είναι αυτός του μοντέρνου θεάτρου – αλλά εδώ είναι σινεμά), ενώ χάνεται και αρκετός χρόνος στο αρχικό στομφάρισμα όσο και στην εντελώς θεατρική εισαγωγή στο ηφαίστειο της ιστορίας. Και άλλα.

Τα «άλλα» όμως δεν είναι αρκετά για να επισκιάσουν ένα αποτέλεσμα που τελικά στην τονική συνοχή του, στις έντιμες (συν μια συγκλονιστική, να το επαναλάβω) ερμηνείες, στην τόλμη εναπόθεσης όλου της του βάρους και στο ρημαγμένο φινάλε, αποτελεί ένα πολλαπλό και τουλάχιστον ενδιαφέρον σκηνοθετικό χτύπημα, πάνω στην πατρική (και γονεϊκή) ευθύνη, στην εύθρυπτη γυναικεία ψυχή, στην ίδια την (αυτόκλητη) θυσία του καλλιτέχνη (σκηνοθέτη και ηθοποιών, η ταινία είναι και ματιά στα υπόγεια της ερμηνευτικής δημιουργίας) και, φυσικά, στην ίδια την άτιμη την καλλιτεχνική έκφραση που στον βωμό της εγωπάθειάς της αφήνει πτώματα και ζημιές ανυπολόγιστες. Η φαυλότητα στο βασίλειό της. Άλλωστε, χωρίς αυτές τις ζημιές και τα πτώματα κι η ίδια η έκφραση αυτή δεν θα υπήρχε.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Τέχνη Καταστρέφει
  • Η Τέχνη Καταστρέφει