Ο Παραλίας

The Beach Bum

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ελβετία, Γαλλία, Ην. Βασίλειο, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Χάρμονι Κορίν
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Χάρμονι Κορίν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μάθιου ΜακΚόναχι, Σνουπ Ντογκ, Άισλα Φίσερ, Τζόνα Χιλ, Ζακ Έφρον, Μάρτιν Λόρενς
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μπενουά Ντεμπί
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Τζον Ντέμπνι
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Υπάρχουν ταινίες που παρατηρούν τον κόσμο και ταινίες που τον φτιάχνουν. Η ταινία του Χάρμονι Κορίν ανήκει αποφασιστικά στις δεύτερες και αναπόφευκτα θα διχάσει όσους προσέλθουν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Βλέπεις το σινεμά μοιάζει κατά κάποιον τρόπο μ’ εκείνο το παιχνίδι των περιοδικών σταυρολέξων «ενώστε τις τελείες». Κι η κριτική οφείλει να προτείνει (όχι να πρωτοκολλά) τρόπους που αν ενωθούν οι τελείες σχηματίζεται μια εικόνα. Φυσικά, όσο καλύτερο είναι ένα έργο, τόσο περισσότεροι οι τρόποι που τα σημεία μπορούν να ενωθούν, τόσο πληρέστερες οι τελικές εικόνες.

Στο «Beach Bum» (που εύστοχα νεοελληνικά αλλά και ενοχλητικά υποτιμητικά τιτλοφορήθηκε «Ο Παραλίας») θα σκοντάψει το κοινό κι η κριτική που το 1998 είδε τον «Μεγάλο Λεμπόφσκι» αμήχανα και χρειάστηκε καιρός να αναθεωρηθεί, να ιδωθεί όπως του πρέπει και να καταλάβει τη θέση του σινεφιλικό σύμπαν. Ο «Παραλίας» δεν είναι επ’ ουδενί τόσο καλό έργο, διαθέτει όμως μια υπέρμετρη εκδοχή του Λεμπόφκσι τεντωμένη τόσο ώστε να γεμίσει πιο πολύ κι από την διάρκεια μιας ταινίας, μια συνεκτική στάση απέναντι στα πράγματα, τη ζωή και τον θάνατο.

Για πολλούς «Ο Παραλίας» θα είναι ένα κακόγουστο αστείο και δεν θα ξανασυζητηθεί ποτέ

Η ιστορία ενός ποιητή που στο παρελθόν γνώρισε μια κάποια επιτυχία και τώρα είναι σε μια αέναη παλινδρόμηση ανάμεσα στην έπαυλη (της ζάμπλουτης γυναίκας του) και την βυθοσκόπηση της υποκουλτούρας των Φλόριντα Κις δεν θα έλεγε πολλά αν δεν έβλεπες την ενσάρκωση του ποιητή-Moondog από τον σε μανιακά προσηλωμένη χαλάρωση ΜακΚόναχι – σε πλήρη αντίστιξη με τον απογοητευτικό ναρκισσισμό του «Νησιού της Αποπλάνησης» που είδαμε πριν λίγους μήνες και στη χώρα μας. Ο Moondog είναι ο Λεμπόφσκι, λυτός και παραλυμένος σ’ έναν κόσμο χωρίς «πλοκή» (όπως ακριβώς το έργο), με μοναδικές αλήθειες την ζωή, τον θάνατο και τον ενδιάμεσο χρόνο. Ο χρόνος αυτός είναι ολότελα διαμορφωμένος σε μια πανηδονιστική «λογική», ναρκωτικών διευρυμένου σύμπαντος, ασύστολου σεξ, μεθυσμένου γραψίματος και αυστηρής απαγόρευσης κάθε απαγόρευσης. Ο Moondog είναι ο τυπικός «καμμένος» που απασχολεί το καθημερινό σου λεξιλόγιο, μόνο που εδώ έχει το κύρος του κινηματογραφικού πραγματικού, συνιστά ένα δραματουργικό γεγονός και η στάση απέναντί του (ως είθισται) μαρτυρά περισσότερα για σένα, παρά γι’ αυτόν.

Η παραδοσιακή κριτική και το αντίστοιχο μέρος του κοινού, θα περάσει σαν περιφρονητικό αεράκι πάνω από ένα έργο που δεν υπολογίζει σεναριακές αιτιότητες, δεν έχει πραγματολογική βαρύτητα, δεν περνά από «έλεγχο ποιότητας» τις βινιέτες του. Για πολλούς «Ο Παραλίας» θα είναι ένα κακόγουστο αστείο και δεν θα ξανασυζητηθεί ποτέ.

Με όπλο τον ατρόμητο ΜακΚόναχι, μια εξαιρετική φωτογραφική αποτύπωση κι ένα αντάξιο soundtrack, ο «Παραλίας» θα βγάζει τη γλώσσα του άναρχα, θα ζει στο παράλληλο σύμπαν του περιφρονώντας την φιλοδοξία που σ’ έχει δεμένο πισθάγγωνα και θα αντέχει όπως ακριβώς ο Dude του «Μεγάλου Λεμπόφσκι»

Για τον υπογράφοντα η κακογουστιά του είναι μέρος της προίκας του, όπως θα έλεγες σ’ έναν πρώϊμο Αλμοδοβάρ, φερ’ ειπείν. Η κακογουστιά του από αντικείμενο προς επιτίμηση περνά σ’ ένα επίπεδο βιωματικό (άρα υποκειμενικό) φτιάχνοντας ένα πρίσμα υπαρξιακό. Η πορεία του Moondog είναι μια πρόσκληση να δεις τον κόσμο αλλιώς, να υπενθυμίσεις κάτι που στο παραισθησιακό σινεμά των τελών του ’60 θα ήταν επιτακτικός κανόνας: Η ζωή δεν είναι ένα πράγμα, δεν είναι μια τακτοποιημένη έξωθεν σειρά γεγονότων που σε προστάζουν. Η ζωή μπορεί να είναι και μια άτακτη συρραφή επιλογών σου και των προϊόντων τους. Η ζωή μπορεί (;) να είναι μια καλοήθης επιχείρηση καλοπέρασης από την αρχή ως το τέλος. Η ζωή είναι, οπωσδήποτε αυτό, μια ανόητη διαδοχή πράξεων που θέλουν να σε πείσουν πως τα νοηματοδοτημένα από άλλους δέοντα (η δουλειά, τα λεφτά, η διασημότητα, η αιτιοκρατία, η στάση απέναντι στην απώλεια, η υγεία) έχουν μια εσωτερική λογική που πρέπει να τηρήσεις.

«Όχι», απαντά ο Moondog και η ταινία του. Έτσι, εκκινώντας από την καλοήθεια, το ουτοπικό σύμπαν του «Παραλία» είναι ένα κινηματογραφικά ελεγχόμενο αλλά δεοντολογικά (με δογματική, μάλιστα, αυστηρότητα) εντελώς ανεξέλεγκτο trip ταινίας, που όσο νομίζεις ότι θα εξελιχθεί σε «κάτι» τόσο θα σε απογοητεύει αρνούμενο την ύπαρξη του «κάτι» αυτού.

Με όπλα πρώτα-πρώτα τον ατρόμητο ΜακΚόναχι, μια εξαιρετική φωτογραφική αποτύπωση των παστέλ, των ελεκτρίκ, της σπουδαίας ηλιοφάνειας και της σκοτεινής δυσωδίας κι ένα soundtrack, επιτέλους, αντάξιο (Τζον Ντέμπνι, ευχαριστίες), ο «Beach Bum» θα περπατάει, θα τρεκλίζει, θα λέει αστεία που δεν είναι αστεία, θα λέει σοβαρά που θα είναι αστεία, θα πίνει, θα καπνίζει και θα εισπνέει αβυσσαλέες ποσότητες παράνομων προϊόντων, θα βγάζει τη γλώσσα του άναρχα κι ελεύθερα δίχως καν να ανοίγει το στόμα του, θα ζει στο παράλληλο σύμπαν του, θα περιφρονεί την φιλοδοξία που σ’ έχει δεμένο πισθάγγωνα και θα «αντέχει» ευφορικά, ακριβώς όπως και ο Dude των αδελφών Κοέν. Απλώς θα είναι μόνος κι αυτός, μέχρις ότου πλέοντας στον ωκεανό εκλείψει, οπότε και περί αυτού μια σχεδόν σαρδόνια θρηνητικότητα παρεισφρήσει στο ξέγνοιαστο έργο.

Αλλά και τι έγινε;

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο Παραλίας
  • Ο Παραλίας