Καπερναούμ

Capharnaüm

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ/Γαλλία/Λίβανος
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Ναντίν Λαμπακί
    ΣΕΝΑΡΙΟ:Ναντίν Λαμπακί, Τζιχάντ Χοτζεϊλί, Μισέλ Κασερβάνι
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Ζαΐν Αλ Ραφία, Γιορντάνος Σίφεραου, Μπολουατίφ Τρέζορ Μπανκόλ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:Κρίστοφερ Αούν
    ΜΟΥΣΙΚΗ:Καλέντ Μουζανάρ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ:126'
    ΔΙΑΝΟΜΗ:Seven Films
    <ARTICLE TITLE/>

Παρά τις επιμέρους αρετές και ειδικά τον πολύ καλό πιτσιρικά πρωταγωνιστή της, η υποψήφια για ξενόγλωσσο Όσκαρ ταινία της Λιβανέζας Ναντίν Λαμπακί είναι ένα απροκάλυπτο misery porn, μια διαρκής επίκληση στο συναίσθημα συνοδεία εγχόρδων.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Πρόκειται για την ταινία για χάρη της οποίας η Gaumont έσκασε 1,2 εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να εξασφαλίσει δικαιώματα διανομής στη Γαλλία, ενώ αντίστοιχη κίνηση έκανε τον περασμένο Μάιο και η Sony για την αγορά της Βόρειας και Νότιας Αμερικής. Είναι επίσης το φιλμ που τα προγνωστικά στις Κάννες έδιναν κάποια στιγμή φαβορί για Χρυσό Φοίνικα, ενώ έχει ήδη φτάσει στα Όσκαρ στην «ξενόγλωσση» κατηγορία, καθιστώντας τη Λιβανέζα Ναντίν Λαμπακί την πρώτη γυναίκα από αραβική χώρα που διεκδικεί Όσκαρ. Πέραν όμως από όλα αυτά τα ωραία, η «Καπερναούμ» είναι στην πραγματικότητα μια συναισθηματικά εκβιαστική ταινία για την (απόλυτη) φτώχεια.

Ίσως είναι ένα περιοδικά επανερχόμενο σημείο των καιρών τούτη η συντεταγμένη ενσυναίσθηση και το πατ-πατ στην πλάτη με το οποίο η «φιλάνθρωπη» Δύση θυμάται να προσφέρει με διάφορες αφορμές στους απόκληρους του λεγόμενου αναπτυσσόμενου κόσμου. Και η αφορμή για την παραπάνω σκέψη είναι το γεγονός πως η «Καπερναούμ» είναι ένα misery porn, από αυτά που σου τρίβουν κατάμουτρα την ανθρώπινη εξαθλίωση, συνοδεία εγχόρδων που δε σιγούν ποτέ, απαιτώντας τη συγκίνηση. Τώρα, από πότε η πρακτική αυτή βρέθηκε ξαφνικά να αντιμετωπίζεται από σεβαστή μερίδα της διεθνούς κριτικής ως κάτι άξιο λόγου, ας μας το εξηγήσουν καλύτερα όσοι μετά την «Καπερναούμ» ξύπνησαν στο 2018 κάνοντας σαν να ανακάλυψαν ότι υπάρχει άγρια φτώχεια εκεί έξω.

Η Λαμπακί ντύνει την αφήγησή της με έναν παντελώς αχρείαστο μελοδραματισμό πρώτου επιπέδου, προδίδοντας έτσι μια ακατανόητη έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στην αναντίρρητη δύναμη της ιστορίας της

Εδώ που τα λέμε πάντως, η συγκίνηση δεν είναι απίθανο να σε πιάσει όταν τρεις από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ταινίας είναι αξιαγάπητα παιδάκια που υπομένουν τα πάνδεινα σε μια πόλη σωστή θηλιά, με το όλο αυτό το αποπνικτικό σκηνικό της πλέον εξαθλιωμένης μεριάς της Βηρυτού να κάνει τον ιταλικό νεορεαλισμό να μοιάζει με λούνα παρκ. Το ένα απ’ τα παιδιά είναι ο 12χρονος Ζαΐν, που στην αρχή της σπονδυλωτής αφήγησης τον βλέπουμε να σέρνεται στο δικαστήριο για κάποιο έγκλημα που για την ώρα αγνοούμε. Είναι εκεί που ο μικρός ζητά να μηνύσει τους γονείς του «επειδή τον έφεραν στη ζωή», ενώ ήταν πάμφτωχοι και άρα ανίκανοι να ζήσουν αυτόν και τα άλλα δύο αδέρφια του.

Καθώς η Λαμπακί γυρίζει το χρόνο πίσω προκειμένου να μας πει πώς έφτασε η οικογένεια στο δικαστήριο, θα διαπιστώσουμε τα τρις χειρότερα που περνά η 11χρονη αδερφή του Ζαΐν, την οποία οι δικοί της προσφέρουν για γάμο σε έναν ενήλικα προκειμένου να απαλλαγούν από την ευθύνη ανατροφής της. Έπειτα, όταν η «Καπερναούμ» αλλάζει εκ νέου - και πολύ στρωτά η αλήθεια είναι - το αφηγηματικό κέντρο βάρους περνώντας στους υπόλοιπους πρωταγωνιστές, θα γνωρίσουμε και τη Ραχίλ, μία νεαρή μετανάστρια από την Αιθιοπία που έχει μπει χωρίς χαρτιά στο Λίβανο. Κάποια στιγμή, ο Ζαΐν θα ξεμείνει να φροντίζει το μωρό της Ραχίλ με μόνο εφόδιο την καπατσοσύνη του, μιας και είναι από μικρός στους δρόμους μένοντας μακριά από το σχολείο προκειμένου να συνδράμει στο πενιχρό οικογενειακό εισόδημα.

Παραδόξως, αυτό το σημείο της «Καπερναούμ» με τον Ζαΐν και το μωρό είναι και το πλέον ενδιαφέρον, με τη σκηνοθέτιδα του «Όταν Θέλουν οι Γυναίκες» (2011) να επιτυγχάνει μια πρόσκαιρη ισορροπία ανάμεσα στο σκληρό δράμα και τον αποσυμφορητικό χαρακτήρα της παιδικής ροπής προς την ανεμελιά. Ως προς αυτό βοηθάει πολύ ο Ζαΐν Αλ Ραφία που παίζει με περίσσιο τσαγανό τον 12χρονο βιοπαλαιστή, ένα χαμίνι που ως χαρακτήρας είναι αρκετά προσεγμένος και πυκνός. Όμως μετά από αυτή τη θετική παρένθεση παίρνουν εκ νέου τη σκυτάλη η απροκάλυπτη επίκληση στο συναίσθημα και τα εναέρια πλάνα που κοιτούν από ψηλά την πόλη του πόνου με θεϊκή απάθεια.

Στην «Καπερναούμ» μπορεί να βρει κανείς συνάφεια με το «Slumdog Millionaire», εκείνο το φολκλόρ πανηγυράκι συναισθηματικού exploitation που είχε θριαμβεύσει στα Όσκαρ ακριβώς μία δεκαετία πριν. Θέμα της είναι η ακραία φτώχεια και το αλληλένδετο ζήτημα του μεταναστευτικού, ενώ θεωρητικός στόχος της Λαμπακί είναι η επίτευξη του βαθύτερου δυνατού βαθμού ενσυναίσθησης με τα όσα δακρύβρεχτα διαδραματίζονται στο πανί. Την ίδια στιγμή βέβαια, το φιλμ φέρνει σε κοινωνικό μήνυμα υπέρ της γονεϊκής ευθύνης, ή ακόμα και της αντισύλληψης. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως είναι ότι η Λαμπακί ντύνει την αφήγησή της με έναν παντελώς αχρείαστο και συχνά ανυπόφορο μελοδραματισμό πρώτου επιπέδου, προδίδοντας έτσι μια ακατανόητη έλλειψη εμπιστοσύνης από μεριάς της απέναντι στην αναντίρρητη δύναμη της ιστορίας της.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Καπερναούμ
  • Καπερναούμ