Φαντασία

Fantasia

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ:Ελλάδα
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Αλέξης Καρδαράς
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Αλέξης Καρδαράς
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Ρένα Μόρφη, Στέλιος Μάϊνας, Γιάννης Στάνκογλου, Βίκυ Παπαδοπούλου
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Σίμος Σαρκετζής
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Μίνως Μάτσας
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 95'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Feelgood Entertainment
    <ARTICLE TITLE/>

Ένα ρομάντζο στα χρόνια της παντοκρατορίας του ΠΑΣΟΚ και της ξέφρενης αθηναϊκής νύχτας των 90s εξελίσσεται σε τραγωδία - τόσο εντός όσο και εκτός εισαγωγικών.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Αν κάτι μπόλιασε το «είναι» του νεοέλληνα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες καθορίζοντας την πορεία του μέσα σε αυτές, είναι η περίοδος και η αισθητική ΠΑΣΟΚ. Η αρχική υπόθεση και προσδοκία αναφορικά με την «Φαντασία» είναι πως η νέα ταινία του Αλέξη Καρδαρά («Γκίνες», «Η Ληστεία») και κατ’ επέκταση το (ας πούμε) mainstream εγχώριο σινεμά δε θα δυσκολευόταν να κοιτάξει στον καθρέφτη της κοινωνίας στην οποία απευθύνεται και να τοποθετήσει ένα απλό αισθηματικό δράμα στην παραζάλη των μπουζουκιών των 90s. Κάτι μεταξύ άλλων απαραίτητο για έναν ελληνικό κινηματογράφο που θέλει χτίσει μια πιο στενή επαφή με το κοινό, να του απευθυνθεί με ευθύτητα και να το βοηθήσει να εξελιχθεί ως θεατής σε βάθος χρόνου.

Όπως δεν νοείται καλή κωμωδία δίχως το προσόν της αυτοκριτικής έτσι δεν γίνεται να κάνεις σινεμά για τα καθ’ ημάς δίχως να γνωρίζεις άριστα το θέμα σου και το πλαίσιο - εν προκειμένω τη χώρα σου. Η «Φαντασία» εκτυλίσσεται κυρίως στη δεκαετία του ‘90, την εποχή της επαναφοράς του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, τον καιρό που το υπερτροφικό lifestyle των περιοδικών και της ιδιωτικής τηλεόρασης γινόταν θεσμός. Επικεντρώνεται στη Φωτεινή (Ρένα Μόρφη), μια ταλαντούχα τραγουδίστρια η οποία αφήνει τις επαρχιακές πίστες για τα πάλκα της πρωτεύουσας. Μέντοράς της γίνεται ο βετεράνος μπουζουξής και συνθέτης Βλάσης Χρηστάκης (Στέλιος Μάινας), όμως η νύχτα και η δόξα τη φέρνουν κοντά στο ανερχόμενο λαϊκο-ποπ αστέρι Νίκο Κόκκινο (Γιάννης Στάνκογλου).

δεν γίνεται να κάνεις σινεμά για τα καθ’ ημάς δίχως να γνωρίζεις άριστα το θέμα σου και το πλαίσιο - εν προκειμένω τη χώρα σου

Το παρελθόν της Φωτεινής και του Χρηστάκη θα απλωθεί σε διάσπαρτα φλασμπάκ, ενώ το ερωτικό τρίγωνο θα λειτουργήσει ως μηχανισμός κινηματογραφικής αναβίωσης της περιόδου των παχιών αγελάδων κατά την οποία η Ελλάδα γνώρισε τον λεγόμενο εκσυγχρονισμό. Οι τρεις πρωταγωνιστές θα γευτούν την προσωπική τους άνοδο και πτώση καθώς η πλοκή παίρνει το δρόμο μιας άβολης εκδοχής του μελοδράματος, πριν αυτοεγκλωβιστεί στο αδιέξοδο μιας παντελώς αχρείαστης τραγωδίας την οποία συν τοις άλλοις δεν έχει ιδέα πώς να διαχειριστεί. Ούτε καν στο επίπεδο του πώς οι εμπλεκόμενοι ήρωες ανταποκρίνονται στην τραγική υποτίθεται αποκάλυψη που το φινάλε επιφυλάσσει.

Πολύ πριν απ’ όλα αυτά η «Φαντασία» (θέλει να) έχει πολλή αθηναϊκή νύχτα, σουξέ (τα τραγούδια της ταινίας υπογράφει ο Μίνως Μάτσας), πανέρια με γαρύφαλλα, κάπνα και ποτό. Μόνο που το σκηνικό μοιάζει με προκάτ απομίμηση μιας άλλοτε κραταιάς (υπο)κουλτούρας με την οποία η πλειοψηφία άνω των 30 σε αυτή τη χώρα εξοικειώθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αν όχι δια ζώσης, τουλάχιστον μέσα από τα μαγνητοσκοπημένα μουσικά προγράμματα που τα ιδιωτικά κανάλια έφερναν στους δέκτες μας τις γιορτές.

Ο εντελώς κρύος τρόπος με τον οποίο είναι γυρισμένες οι σκηνές στο κέντρο διασκέδασης όπου εμφανίζονται η Φωτεινή και ο Κόκκινος δημιουργούν απορίες για το αν οι συντελεστές αυτής της φιλόδοξης παραγωγής έχουν επαρκή επαφή με το θέμα τους. Μέχρι και οι λουλουδούδες στην ταινία μοιάζουν να μην ξέρουν πώς να σταθούν στον (υποτίθεται φυσικό τους) χώρο. Η έφοδος των αστυνομικών που διακόπτουν το ρεπερτόριο λόγω του περίφημου νόμου Παπαθεμελή και η αντίδραση των εκστασιασμένων θαμώνων μοιάζουν τόσο ξύλινες, λες και πέρασε στο τελικό μοντάζ η πρώτη λήψη της σκηνής. Όσο για το συναίσθημα που βγάζει το μουσικό μέρος, απέχει παρασάγγας από την αποπνικτική αίσθηση που κερνούσε ο Παναγιωτόπουλος στο «Αυτή η Νύχτα Μένει». Και φυσικά ούτε λόγος για το αν η «Φαντασία» καταφέρνει να φτάσει στο ελάχιστο την ατόφια πασοκική αύρα που έπιασε ο Τσιώλης στο «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες».

ούτε λόγος για το αν η «Φαντασία» καταφέρνει να φτάσει στο ελάχιστο την ατόφια πασοκική αύρα που έπιασε ο Τσιώλης στο «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες»

Υπάρχουν πολλά που πάνε λάθος εδώ όμως θα ξεχωρίσω ένα ως πραγματικά ενδεικτικό. Κάποια στιγμή ο Χρηστάκης μαθαίνει για την παράλληλη σχέση της Φωτεινής, την αποκλείει από τα δικαιώματα των τραγουδιών του και καταλήγουν στα δικαστήρια. Το γεγονός ότι κατά την εκδίκαση των ασφαλιστικών μέτρων μπαίνει στην αίθουσα ο Κόκκινος για να κάνει βαβούρα και κανείς από τους παρευρισκόμενους δεν τον αναγνωρίζει αμέσως, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μονάχα αν οι συντελεστές της ταινίας ζούσαν τα τελευταία 30 χρόνια εκτός (νεο)ελληνικής πραγματικότητας. Γιατί είναι φύσει αδύνατον μία από τις πρώτες φίρμες της νύχτας να μπαίνει σε δικαστική αίθουσα πιο αθόρυβα και από επαίτη στο μετρό και ο ένας εκ των δικηγόρων να αγνοεί μάλιστα την ύπαρξή του. Μιλάμε πάντα για τη χώρα και οι πέτρες της οποίας ξέρουν πως οι δικηγόροι αποτελούσαν έναν κλάδο που έδινε πάντα δυναμικό παρών στα της κοσμικής Αθήνας.

Εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι η «Φαντασία» θα είχε τύχη αν τη γύριζε κάποιος που αποδεδειγμένα γνωρίζει σε βάθος τον ψυχισμό του νεοέλληνα όπως ο Οικονομίδης - που όμως δεν παίρνει δουλειές «αναθέσεις» - ή κάποιος σαν τον Μπουλμέτη που του ταιριάζει το λαϊκό σινεμά και έχει καλή αίσθηση του πώς να απλώσει την αφήγηση από το επίπεδο των ηρώων σε ένα ευρύτερο κοινωνικό. Εδώ όμως απουσιάζει κάθε έννοια μέτρου στο σενάριο, η πλοκή είναι το λιγότερο τραβηγμένη, η καλλιτεχνική διεύθυνση μοιάζει ασύνδετη με τη σκηνοθεσία ενώ και τεχνικοί τομείς όπως η φωτογραφία (βλ. χρήση φακών) παρουσιάζουν ζητήματα που ακόμα και ένα άπειρο μάτι μπορεί να τα εντοπίσει.

Σε αυτά τα δυσμενή δεδομένα έρχεται να προστεθεί η παντελής έλλειψη χημείας μεταξύ των βασικών πρωταγωνιστών, παρά την επιμέρους φιλοτιμία τους. Ο έμπειρος Μάινας κάνει ό,τι μπορεί, η πρωτοεμφανιζόμενη Μόρφη προσπαθεί αλλά παραείναι έντεχνη για το ρόλο. Όσο για τον Στάνκογλου, ευελπιστούμε να βρει σύντομα έναν ρόλο και μία ταινία που θα δικαιώνουν τη δεδομένη επιμονή και εργατικότητά του.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Φαντασία
  • Φαντασία