Η Καρδερίνα

The Goldfinch

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τζον Κρόουλι
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Πίτερ Στρον
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Άνσελ Έλγκορτ, Όουκς Φέγκλι, Τζέφρι Ράιτ, Νικόλ Κίντμαν, Σάρα Πόουλσον, Λιουκ Γουίλσον, Άσλι Κάμινγκς, Φιν Γούλφχαρντ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ρότζερ Ντίκινς
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Τρέβορ Γκούρεκις
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ:149'
    ΔΙΑΝΟΜΗ:Tanweer
    <ARTICLE TITLE/>

Ανισοβαρής, άνευρη και μελοδραματική μεταφορά του βραβευμένου με Πούλιτζερ μυθιστορήματος της Ντόνα Ταρτ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Υπάρχουν εκείνοι που επιμένουν να συγκρίνουν τον κινηματογράφο με τη λογοτεχνία, προς κατά κόρον όφελος της δεύτερης. Αν και ο φάντης με το ρετσινόλαδο ουδεμία σχέση έχουν ας νομιμοποιήσουμε για μια φορά τους επιμένοντες, αφού στην περίπτωση της περιλάλητης «Καρδερίνας» κάτι δεν έχει πάει καθόλου καλά με την μεταφορά.

Η ιστορία της Ταρτ, μια ιστορία πάνω στην απώλεια, την μνήμη του χαμένου παραδείσου, την αναζήτηση του χαμένου χρόνου αλλά και την «θριλερική» πλοκή που, στην ταινία τουλάχιστον, συνωστίζεται αδεξιότατα στο τελευταίο μέρος, έχει για ΜακΓκάφιν της τον ομώνυμο πίνακα του Κάρελ Φαμπρίτιους, μαθητή του Ρέμπραντ.

Βέβαια δεν πρόκειται αυστηρά για ΜακΓκάφιν (ένα όχημα-πρόσχημα για να εκτυλιχθεί μια πλοκή), παίρνει και διαστάσεις συμβόλου καθώς και στην πραγματικότητα ο πίνακας διεσώθη από πυρκαγιά που σκότωσε και τον ίδιο τον ζωγράφο. Το σύμβολο δεν είναι άλλο από αυτό του προαναφερθέντος «χαμένου χρόνου» και της (αμφιλεγόμενης) προσπάθειας του κεντρικού ήρωα να εναρμονιστεί με το πιο τραυματικό γεγονός της ζωής του, τον θάνατο της πολυαγαπημένης του μητέρας σε μια πυρκαγιά στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Ταυτόχρονα η ιστορία θέτει ερωτήματα περί της διαχρονικής σημασίας της τέχνης αλλά και της ιστορικής/πολιτισμικής βαρύτητας των καλλιτεχνικών αντικειμένων καθαυτών.

Το διακύβευμα, να το πούμε έτσι, δεν είναι μικρό λοιπόν, αν και θυμίζει κάπως (σαν…κορνίζα) το παλιό ηθικολογικό ανέκδοτο που σε ρωτούσε αν σε μια φωτιά θα έσωζες τον τελευταίο Βαν Γκογκ ή μια γιαγιά. Η εκτέλεση ωστόσο, ασίγαστα μελοδραματική (κυριολεκτικά: το soundtrack δεν σταματά ποτέ) και κομματιασμένη παλαιολιθικά μοντερνιστικά σε χρονολογικά περαδώθε, μεσούντος αβαρούς διαλόγου και ουδέτερων ερμηνειών περίπου σύσσωμα από το καστ, διερωτάσαι αν μπορεί να αφορά κάποιον άλλον από αυτόν που αγάπησε το βιβλίο. Που και αυτός από τις διαλογικές συντμήσεις πολύ ευχαριστημένος δεν θα ‘ναι.

Αυτό δεν αποκλείει βέβαια το ευπρόσωπο της παραγωγής. Ο Τζον Κρόουλι, του απείρως αποτελεσματικότερου «Brooklyn» του 2015, υποστηρίζει με σιγουριά τις επιλογές του, που ενδεχόμενα κάποιοι θα βρουν επαρκείς, ίσως και συγκινητικές. Συνδρομή της φωτογραφίας του θρυλικού Ρότζερ Ντίκινς (προσωπικά τον βρήκα αγνώριστο), η εικαστική μεριά παραβγαίνει τις ζωγραφικές παραπομπές, ακολουθώντας την αναμενόμενη αντιδιαστολή του παραδείσιου κόσμου πριν (με γλυκά μπεζ και παστέλ) με τον κόσμο μετά που σκληραίνει τις αποχρώσεις και σκοτεινιάζει το φως. Ερμηνευτικά ο μικρός Θίο αντέχει, η Νικόλ Κίντμαν διακοσμεί, Λιουκ Γουίλσον και Σάρα Πόουλσον είναι σχηματικοί (και αβοήθητοι) ενώ εξαιρούνται ο σπουδαίος καρατερίστας Τζέφρι Ράιτ και ο κλασάτος Άνσελ Έγκορτ που ανελκύει τον ρόλο του.

Στο τέλος όμως, μια ιστορία που έχει όλο της το προυστικό υπόβαθρο, όλη της την μελαγχολία πάνω στο πώς εκφυλίζεται ο πολιτισμός απούσης της μνήμης του, πέφτει στον λάκκο των λεόντων ενός μοντάζ που πρέπει να τα χωρέσει όλα και να μην αφήνει τους σημερινούς βαριεστημένους να κοιτάξουν το ρολόι, ενώ η μεταφορά της πλήρους απιθανοτήτων και ευκολιών θριλερικής πλευράς στο υπερφορτωμένο από πλοκή τελευταίο ημίωρο αποχαιρετά κάθε έννοια τονικής ακεραιότητας και αίσθησης λογικής και συναισθηματικής πλήρωσης. 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Καρδερίνα
  • Η Καρδερίνα