Miss Απειθαρχία

Misbehaviour

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2020
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ην. Βασίλειο, Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φιλίπα Λόουθορπ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ρεμπέκα Φρέιν, Γκάμπι Τσιάπε
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κίρα Νάιτλι, Τζέσι Μπάκλι, Ρις Άιφανς, Γκρεγκ Κινίαρ, Λέσλι Μάνβιλ, Γκούγκου Μπάθα-Ρο
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ζακ Νίκολσον
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντίκον Χίντσλιφ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 106'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    <ARTICLE TITLE/>

Η εξιστόρηση των καλλιστείων του 1970 στην Μεγάλη Βρετάνια, κατά την διάρκεια των οποίων διαδηλώτριες του γυναικείου απελευθερωτικού κινήματος διέκοψαν την τελετή με πανώ, «βόμβες» αλευριού και νεροπίστολα καταγγέλλοντας τον θεσμό ως σύμβολο της πατριαρχίας και της αντικειμενικοποίησης των γυναικών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Στην τεταμένη ατμόσφαιρα που ζούμε, καλό είναι λέγοντας την άποψή μας για τις ταινίες να διευκρινίζουμε το αυτονόητο: Διαχωρίζουμε τη θέση μας ανάμεσα στην συνυπογραφή της εκπεμπόμενης ιδεολογίας και στην ψυχαναγκαστική αποθέωση της καλλιτεχνίας πίσω από την ιδεολογία αυτή. Σε γενικές γραμμές, και υπό το πρίσμα ενός επίσημου νέου ρεύματος κινηματογράφου, που αποτελεί παράγωγο των #metoo και της θηλυκής ενδυνάμωσης, η ποπ διάθεση, η εμπορική εγκυρότητα και τα κατά βάση λεχθέντα του έξοχα τιτλοφορημένου «Misbehaviour», είναι απαραίτητη προσθήκη στην σημερινή κατάσταση.

Τα καλλιστεία καθ’ αυτά, ένα φαινομενικά λαμπρό παράδειγμα της πατριαρχικής κουλτούρας, στην πραγματικότητα κι αυτά, όπως και η διαφήμιση ή το body building ας πούμε, μια ακόμα έκφανση αντικειμενικοποίησης της «κουλτούρας» του καπιταλισμού (που είναι υπερσύνολο της πατριαρχίας), είναι η πιασάρικη αφορμή της ταινίας της Φιλίπα Λόουθορπ, λόγω ενός ελάσσονος γεγονότος της ιστορίας του θεσμού – το Miss World εξακολουθεί απρόσκοπτα.

Σε γενικές γραμμές καταφέρνει να υποστυλώσει το οικοδόμημα της κριτικής της πατριαρχίας. Το κάνει καλύτερα στις μικρές στιγμές (όταν οι συμφοιτητές της Νάιτλι δεν την αφήνουν να μιλήσει, ή όταν μια αποτελούμενη από άρρενες επιτροπή κρίσεως «βαθμολογεί» την εμφάνιση της, για παράδειγμα), το κάνει ωφέλιμα κι όταν ασκεί κριτική στον ξύλινο λόγο της ιδεοληψίας («δεν έχουμε τηλεόραση γιατί είναι όπλο της πατριαρχίας» - «και τότε πώς περιμένετε να ακουστείτε από την κοινωνία;») ή όταν παρατηρεί τις παγίδες του φανατισμού (ο διάλογος της Νάιτλι με την Μις Κόσμος στο φινάλε).

Από την άλλη ο ασπασμός μιας ποπ αφήγησης (σκέψου κάτι σαν «Full Monty»), μολονότι καλοχωνεμένη με τον εγγλέζικο τρόπο του κοινωνικού σινεμά και των αρετών του, αναπόφευκτα απλοποιεί σύνθετα ζητήματα, κυριότερο των οποίων είναι το ξεκρέμασμα της ιστορίας από την φιλμική κορνίζα, το πέρασμά της στην πραγματικότητα της εποχής. Η ταινία, προκειμένου να είναι διασκεδαστική, πρέπει να είναι εύληπτη κι αυτό ευνοεί τον μανιχαϊσμό, τον ασπρόμαυρο δηλαδή διαχωρισμό σε καλούς και κακούς, σε κατακλυσμό από τσιτάτα αλλά και χάσιμο χρόνου σε πράγματα που μισό αιώνα μετά είναι γνωστά (τί σημαίνει πατριαρχία), τετριμμένα (οι διάλογοι στο σπίτι) ή μικροπρεπή (το cancel του Μπομπ Χόουπ). Έτσι, παρά τις περιστασιακές ευστοχίες, μια συνολική διάθεση ακόμα και αυτοκριτικής απουσιάζει. Κι όταν δεν βλέπεις τις αδυναμίες της ρητορικής σου – μιας και αυτή θα εννοήσει και εμπεδώσει το όχι για όλους αυτονόητο δίκιο της ισότητας – μοιραία γίνεσαι αυταρχικός και αυτοδίκαιος.

Η κρίσιμη σκηνή έρχεται λίγο μετά την α λα Ρουβίκωνας παρέμβαση των σουφραζετών στα εν λόγω καλλιστεία. Οι διαδηλώτριες έχουν συλληφθεί και, αινιγματικά, η Λόουθορπ κινηματογραφεί σε όλη της την δόξα την ολοκλήρωση της τελετής και την βράβευση της Μις Γρενάδα. Παραξενεύεσαι. Μα είναι δυνατόν να μην βλέπουμε τις ηρωίδες του δράματος, που τις έχει μπαγλαρώσει η αστυνομία, και να μας δείχνεις το επιστέγασμα του μισητού θεσμού; Πιθανότατα η Λόουθορπ παίζει το χαρτί του inclusion και της κριτικής στον φανατισμό που αποτυγχάνει να δει το όφελος της βράβευσης της πρώτης μαύρης στην ιστορία του θεσμού. Ο μετέπειτα διάλογος της Νάιτλι με την Τζένιφερ Χόστεν (η αμφιλεγόμενη νικήτρια του θεσμού, που αργότερα έγινε υψηλόβαθμη διπλωμάτις αλλά και, η Λόουθορπ παραλείπει τεχνηέντως, υπεύθυνη των καλλιστείων του 2006 στη χώρα της) φανερώνει τις αδυναμίες της ιδεοληψίας, «αδειάζει» όμως και το ως εκείνη τη στιγμή δραματικό κέντρο του έργου. Αυτές είναι αδυναμίες σεναριακής δομής και πηγάζουν, ίσως, από την αισθητική επιλογή ενός έργου «μεγάλου κοινού».

Είθε να το βρει, είθε ακόμα περισσότερο να απαγκιστρώσει και την μεριά του δικαίου από τις αγκυλώσεις της. Διότι με αυτές η ρητορική της ισότητας, με όλο της το δίκιο, χάνει την ελκυστικότητά της σε μια εποχή, εμείς την φτιάξαμε, που το σωστό πρέπει να φαίνεται κι ωραίο αντί το ωραίο να είναι απλά το σωστό.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Miss Απειθαρχία
  • Miss Απειθαρχία