Οι Σκιές του Μπρούκλιν

Motherless Brooklyn

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Έντουαρντ Νόρτον
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Έντουαρντ Νόρτον
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Έντουαρντ Νόρτον, Γκούγκου-Μπάθα-Ρο, Άλεκ Μπάλντγουϊν, Μπρους Γουίλις, Γουίλεμ Νταφό, Μπόμπι Καναβάλε
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ντικ Πόουπ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ντάνιελ Πέμπερτον
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 144'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    <ARTICLE TITLE/>

Ο Έντουαρντ Νόρτον επιστρέφει με τις δυνάμεις του, γράφοντας, σκηνοθετώντας και κρατώντας τον πρώτο ρόλο σ’ ένα σχέδιο-διακαή από 20ετίας πόθο, που θα τον εκτοπίσει ακόμα περισσότερο από το χολιγουντιανό συνάφι και την ακαδημαϊκή αναγνώριση αλλά θα τον φέρει εσαεί στην εκλεκτή παρέα ηθοποιών που έγιναν σκηνοθέτες και είχαν πολλά ωραία, πολύτιμα (και παλιομοδίτικα) να πουν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Γουόρεν Μπίτι, Ρόμπερτ Ρέντφορντ, Κλιντ Ίστγουντ αλλά και Μπεν Άφλεκ και Ρόμπερτ Ντε Νίρο είναι μερικά από τα καλά παιδιά που καλωσορίζουν, απρόσμενα, τον Έντουαρντ Νόρτον στη συντροφιά. Όλοι τους ηθοποιοί, όλοι τους φτασμένοι, όλοι τους -λιγότερο ή περισσότερο- σύμβολα του φακού που αγαπάει τα πρόσωπα, αλλά και της κατάρας μιας επικίνδυνα προστατευτικής διασημότητας. Ως γνωστόν αυτό το τελευταίο δεν αγαπά την δημιουργικότητα και το ρίσκο. Κι όλοι οι παραπάνω, ξανά λιγότερο ή περισσότερο, την δημιουργικότητα την έχουν, την τάση να ρισκάρουν επίσης.

Όλοι τους επίσης θριάμβευσαν στις ταινίες εποχής. «Κόκκινοι», «Quiz Show», «Bird», «Argo», «Ο Καθοδηγητής». To 2016 o Μπίτι έκανε τον δικό του «Aviator» με το «Rules Don’t Apply» και ο Άφλεκ τον «Νόμο της Νύχτας». Αγνοήθηκαν, παρανοϊκά, και οι δύο. Το σκοτεινό νουάρ biopic, το θρίλερ της Ποτοαπαγόρευσης δεν συγκινούν εύκολα πια. Οι «παλιοί τρόποι» για κάποιο λόγο πάλιωσαν, μόνο αν φανούν προκλητικά εξέχοντες πια έχουν τύχη στον νόμο του όσο το δυνατόν πιο μοντέρνου που περιφρουρεί τη νέα κινηματογραφική εποχή. Και αυτά τα έργα είχαν ελαττώματα - πολύ προφανή για να συγχωρεθούν.

Ο Νόρτον μεταποίησε μια νουάρ αντικαπιταλιστική ιστορία στον jazzy αυτοσχεδιασμό ενός άντρα που αρχίζει να καταλαβαίνει την παθογένεια σαν απόρροια του motherless μεγαλώματος μιας ολάκερης κοινωνίας

Περί ελαττώματος ο λόγος λοιπόν. Η ταινία του Νόρτον έχει μερικά. Μπορεί στο τέλος να την αγαπήσεις κι εξαιτίας τους. Όχι τόσα που να την καταρρακώνουν, όχι και τόσο αφανή που να την περισώζουν από μια φθίνουσα κριτική κατάρτιση ή ένα αδηφάγο, ανεστίαστο κοινό. Είναι μεγάλο σε διάρκεια. Είναι εποχής. Υπόσχεται πως είναι νουάρ, δεν είναι. Έχει πλοκή-ποτάμι αλλά αγαπά τόσο και τους (πολλούς) χαρακτήρες του που ξεχνιέται και τους παρακολουθεί αφήνοντας την ιστορία να ατονεί. Είναι εξόφθαλμα πολιτικό αλλά δεν έχει και το μέτρο (το σενάριο του ίδιου του Νόρτον ευθύνεται) να κόψει λόγια, να κόψει και ρητορεύοντα λόγια που συχνά του επισυνάπτουν πολιτικάντικη επεξηγηματικότητα για ένα κοινό που -έτσι κι αλλιώς βρε Έντουαρντ!- θα έχει φύγει στο μισάωρο. Ή δεν θα έχει πλησιάσει καν…

Έχει κι άλλα «ελαττώματα» το έργο. Προϋποθέτει πως είμαστε σε άλλη κινηματογραφική εποχή. Πως τον περασμένο μήνα βγήκε η «Τσαϊνατάουν» στις αίθουσες και τον επόμενο θα βγει, έστω, το «Λος Άντζελες: Εμπιστευτικό». Ή πως υπάρχει ακόμα εκεί έξω κοινό που θα κάτσει να σκεφτεί τι σημαίνει ένα τίτλος – ιδίως αν δεν τους έχεις με τη σέσουλα δώσει προβοκάτσια και πιάσιμο να δουν το έργο σου.

η μυθοπλασία υπερβαίνει στεγανά για να φτάσει στην περιγραφή ενός κόσμου που έχει χάσει τη ρίζα του και μεγαλώνει, λόγω Οικονομίας όχι Αγωγής, χωρίς ηθικό βάρος

Τέλος πάντων. Αρκετά με τα ελαττώματα των «Σκιών του Μπρούκλιν» - τίτλου που αγνοεί το βάρος του πρωτότυπου τίτλου. Κι αν ανέφερα μερικά το έκανα γιατί έπρεπε με κάποιον τρόπο να γεφυρώσω την απόσταση ανάμεσα στην αντικειμενική αποτίμηση (που δεν ξέρω και πόση σημασία έχει) με την τεκμηριωμένη υποκειμενική αίσθηση (που έχει ανυπολόγιστη). Διότι μπορεί η βαθμολογία να μοιάζει πως «κάθεται στον φράχτη», που λένε οι Άγγλοι, αλλά οι «Σκιές του Μπρούκλιν» θα είναι ποικιλοτρόπως δίπλα σε κάποιους από μας από δω και πέρα.

Γιατί ο πάσχων από το Σύνδρομο Τουρέ κεντρικός χαρακτήρας, προστίθεται με συναισθηματικά νοήμονες μυς στο πάνθεον των χαρακτήρων που έπαιξε ο Νόρτον. Γιατί αφ’ ότου απαγκιστρωθείς των τικ και μόλις λίγο πριν τους τίτλους του τέλους, θα έχεις συναντήσει έναν φίλο στη οθόνη. Που ο Νόρτον, όχι απαλλαγμένα αυτοαναφορών (και σε πονάει λιγάκι και αυτό), έχει μπολιάσει με μια ερμηνευτικά λιτή ωριμότητα (πάντα λιτή δεν είναι άλλωστε η ωριμότητα;) που δεν είχες ξαναδεί από αυτόν. Ωριμότητα που έχει εντός της όλες του τις βιωμένες έμπροσθεν του φακού εποχές αλλά και μια τέτοια δόση του πώς είναι να μεγαλώνεις με τα ζόρια σου που σε στιγμές αισθάνεσαι να συνομιλείς συνωμοτικά με τον χαρακτήρα.

Όμως το κέντρο δεν είναι που ο Λάιονελ του Νόρτον είναι ένας καλός άνθρωπος, γεμάτος πληγές που ο ίδιος υποτιμά (κι όλο ζητά συγγνώμη γι’ αυτές) και οι άλλοι τις μετράνε για ασύλληπτα χούγια. Το κέντρο μοιάζει να βρίσκεται σε μια ταινία που μιλά για το πώς είναι να μεγαλώνεις χωρίς γονείς, πώς είναι να βρίσκεις την τύχη ενός μέντορα και πώς η μυθοπλασία υπερβαίνει τα στεγανά για να φτάσει στην περιγραφή ενός κόσμου που έχει χάσει τη ρίζα του και μεγαλώνει, λόγω Οικονομίας όχι Αγωγής, χωρίς ηθικό βάρος.

Ο Νόρτον διάβασε στο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Λέδεμ μια πρόωρη καταγραφή του σήμερα, μια προφητεία της ώρας που η κοινωνία, πότε επιτηδευμένα και σικέ, πότε πηγαία και αναγκαία, κατάλαβε την ισοτιμία των δύο φύλων και το χρέος που συνεπάγεται αυτό εκ μέρους του «ανδρικού κόσμου». Το ότι μεταποίησε μια νουάρ αντικαπιταλιστική ιστορία σ’ έναν δομικά jazzy αυτοσχεδιασμό (καταπληκτικός αρωγός η μουσική του Ντάνιελ Πέμπερτον) ενός άντρα που αρχίζει να καταλαβαίνει την παθογένεια (την προσωπική και την συλλογική) σαν μια απόρροια του motherless μεγαλώματος μιας ολάκερης κοινωνίας, είναι ένα επίτευγμα που οφείλεται ν’ αναγνωριστεί.

Το ότι, εμπνεόμενο από την jazz ξανά (βλέπε σπασίματα στο ρυθμό και φαινομενικές ανακολουθίες στη δομή), το γέμισε με στιγμές προσωπικής μας χαρμόλυπης ενδοσκόπησης, είναι μια διακριτική γοητεία που ο χρόνος όλο και περισσότερο θα δυναμώνει. 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οι Σκιές του Μπρούκλιν
  • Οι Σκιές του Μπρούκλιν