Οι Αδελφοί Σίστερς

The Sisters Brothers

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Ρουμανία, ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ζακ Οντιάρ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Ζακ Οντιάρ, Τομά Μπιντεγκέν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Τζον Κ. Ράιλι, Χοάκιν Φίνιξ, Τζέικ Τζίλενχααλ, Ριζ Αχμάντ
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Μπενουά Ντεμπί
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Αλεξάντρ Ντεσπλά
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 122'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Spentzos
    <ARTICLE TITLE/>

Για είδος που έχει προ πολλού πεθάνει, το γουέστερν καλά κρατεί, ιδίως όταν στην αιμοδοσία αγγλοσαξόνων (Μακένζι, Σέρινταν, Ταραντίνο, Βερμπίνσκι, Τόμι Λι Τζόουνς, Κοέν), προστίθενται απρόσμενα ντεμπούτα στην αγγλική όπως αυτό του Ζακ Οντιάρ. Οι λιγοστοί εναπομείναντες λάτρεις θα βρουν πολλά απ’ αυτά που τους έχουν τόσο λείψει.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η αλήθεια να λέγεται, με το που αναφέρεις πια τη λέξη γουέστερν το 95% των δεικτών έχουν αρχίσει να σκρολάρουν απνευστί παρακάτω. Το κείμενο λοιπόν απευθύνεται στους επιμένοντες. Διότι το γουέστερν έχει υπάρξει για παραπάνω από μισό αιώνα το δημιουργικό απόσταγμα θεμελιωδών πραγμάτων για την ιστορία της σκέψης του σινεμά. Αλλά και για την αισθητική του. Ο ανοιχτός ορίζοντας, η εγγεγραμμένη οικολογία του, η πρωταρχική του ενασχόληση με το άτομο, την κοινωνία, τη σχέση των δύο, τη μετάβαση από τον νομαδισμό στην συντεταγμένη κοινότητα, του νόμους, το πολίτευμα. Το γουέστερν φωτογραφίζει την αρχή της κοινωνίας των ανθρώπων, δεν φοβάται τον ατομικισμό και υπολογίζει στην Δημοκρατία, ιστοριογραφεί με την ακρίβεια της πληθωρικής του υποκειμενικότητας (είναι κυριολεκτικά άπειρα τα γουέστερν του σινεμά) το πως ένα Έθνος δημιουργείται από τις απαρχές και τα θρύμματα μιας ανακάλυψης/κατάκτησης/επέκτασης στη Νέα Γη.

Μεγάλο μέρος από τα παραπάνω υπάρχει στην καινούργια ταινία του Ζακ Οντιάρ, ενός απρόσμενου από μια μεριά, αλλά και πολύ λογικού από μια άλλη, δημιουργού που καταπιάνεται με το είδος. Απρόσμενου γιατί η σχέση των Γάλλων με τη λογική του Γουέστ, δεν είναι περισσότερη από όση του Όρεγκον του βιβλίου του Πάτρικ ντεΓουίτ με την Ρουμανία και την Ισπανία που χάρισαν τη φύση τους στο έργο. Λογικού όμως γιατί το σινεμά του Οντιάρ, σινεμά ατόμων σε διάλυση και ανασύσταση, σινεμά πληγωμένης ανδρικής ψυχοσύνθεσης, άνισων κι όμως συμπληρωματικών σχέσεων, ανέκαθεν δανειζόταν πολλά από την αμερικανική φιλμική λογική κι ευαισθησία.

Ένα λόγιο, μοντέρνο, αμοραλιστικό βεβαίως (όμως κάποτε ο αμοραλισμός υποδεικνύει ανθρωπιά μεγάλη) και βέβαιο για τον εαυτό του έργο

Εδώ, στην ιστορία δύο αδελφών-πληρωμένων δολοφόνων, η απόσταση του φαίνεσθαι από το είναι (επίσης αγαπημένο θέμα του Οντιάρ) είναι αυτή, η τραγική αν θες αλλά και συνάμα κυοφορούσα την μεγάλη αλλαγή της ελευθέρωσης, που θέλει να αγκυρώσει τα παιδιά στον βούρκο των προγόνων τους. Ο ένας (Χοάκιν Φίνιξ, σε μεγάλη αμερικάνικη ερμηνεία) είναι ο μέθυσος, έκφυλος λωποδύτης-πιστολάς που έχει πειστεί δίχως αγώνα για την καταραμένη φύση του. Ο Οντιάρ θα επιμείνει για πολλή ώρα να τον βλέπει με την επιτίμηση της απόστασης – αργότερα θα τον πλησιάσει. Ο άλλος (Τζον Κ. Ράιλι, αυτός ο γιγάντιος ρολίστας, ο Γουόλτερ Μπρέναν των καιρών μας που του αξίζει τόση περισσότερη τιμή) είναι ο συγχωρετικά μέγιστος, ο αγαπητικά οικτίρμων που καίγεται για να σώσει (με όλους τους τρόπους) αυτόν που αγαπά, το αίμα του, ακόμα κι αν πρέπει να περιμένει δυσανάλογα για την δική του λύτρωση.  

Καθώς ήδη μέσω αυτών ο Οντιάρ έχει θέσει τις θεματικές βάσεις του βιβλίου του ντεΓουίτ (τις οποίες και θα επεκτείνει αλλάζοντας το φινάλε του βιβλίου!), συνεχίζει στο επόμενο ζεύγος χαρακτήρων, αυτόν του «ντετέκτιβ» (Τζέικ Τζίλενχααλ σε επίδειξη μέτρου και ηθικής ενατένισης) και φυσικά του χημικού-χρυσοθήρα (Ριζ Άχμεντ, άψογα μεσιανικός και τελικά ανθρώπινος). Το θέμα εξ αυτών θα επεκταθεί όχι μόνο στο όνειρο της δημοκρατικής ουτοπίας που ονειρεύεται ο Αχμέντ, αλλά και στην καθαυτή ελπίδα του ανθρώπου να είναι συνισταμένη υπερβαίνουσα τις κακορίζικες συνιστώσες της. Το φως του μέλλοντος θα συγκρουστεί με την ώχρα του μακάβριου παρόντος (που είναι αγκυροβολημένο στο καταραστικό παρελθόν), με κατάλυση μια απληστία βγαλμένη από την χιουστονική Σιέρα Μάντρε, από το σπέρμα της αποτυχίας ανθρώπων ανέτοιμων να καλυτερέψουν τη ζωή τους.

Ο Οντιάρ, μαζί με το σενάριό του, αμολάει σπόρους έξοχων ιδεών εδώ κι εκεί (το χαρμόσυνο εύρημα της οδοντόβουρτσας, του ανδρόγυνου Μέιφιλντ, του άρρωστου αλόγου, μιας αράχνης, ενός υφάσματος), συνδιαλέγει χιουμοριστικά το σκόπιμα παράταιρο (και ωραιότατο) score του Αλεξάντρ Ντεσπλά με την Άγρια Δύση και τις θηρίες της και σκηνοθετεί υποδειγματικά τους τέσσερεις πρωταγωνιστές. Όχι μόνο στις ερμηνείες τους αλλά και σε μια καταπληκτικά αντιδραματική -κι όμως εμπαθή- τους όψη κι αλληλεπίδραση, ενώ χρησιμοποιεί στην αποστασιοποιητική εντέλεια τον λογιοτατισμό πολλών λέξεων οδηγώντας έτσι το δικό του γουέστερν σ’ ένα χιουμοριστικά μπρεχτικό σύνολο όπου οι άνθρωποι του Γουέστ κάνουν τα πρώτα τους (αστεία) βήματα στον λεκτικό πολιτισμό. Ω ναι, είναι ένα λόγιο, μοντέρνο, αμοραλιστικό βεβαίως (όμως κάποτε ο αμοραλισμός υποδεικνύει ανθρωπιά μεγάλη) και βέβαιο για τον εαυτό του έργο τούτο δώ.

Κι όταν έρχεται η ώρα του φινάλε, με την ίδια πραότητα, την ίδια μεγάλη εμπιστοσύνη στην αγαθότητα του ήρωα που απ’ την αρχή χαρίζεται η εύνοια του δράματος (δεν είναι τυχαίο που ο Ράιλι αγόρασε αμέσως τα δικαιώματα του βιβλίου) και μια σχεδόν πρωτόγνωρη ζέστη για το σινεμά του, ο Οντιάρ θα κλείσει ανάποδα ακριβώς από την «Αιχμάλωτη της Ερήμου», φωλιάζοντας (αντί εξορίζοντας) τους ήρωές του στην Εδέμ που το κεκτημένο τους δικαίωμα, δια πυρός και χρυσού ας πούμε, τους διασφάλισε.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Οι Αδελφοί Σίστερς
  • Οι Αδελφοί Σίστερς