Ο έρωτας της Βιρτζίνια Γουλφ

Vita & Virginia

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ιρλανδία, Ην. Βασίλειο
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Τσάνια Μπάτον
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Αϊλίν Άτκινς, Τσάνια Μπάτον
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ελίζαμπεθ Ντεμπίκι, Τζέμα Άρτερτον, Ιζαμπέλα Ροσελίνι, Ρούπερτ Πένρι-Τζόουνς
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Κάρλος ντε Καρβάλιο
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Ίζομπελ Γουόλερ-Μπριτζ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ:110'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Seven
    <ARTICLE TITLE/>

Μεταφορά στην οθόνη μιας κρίσιμης καμπής στην ζωή της Βιρτζίνια Γουλφ, αυτήν της γνωριμίας της με την Βίτα Σάκβιλ-Γουέστ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Η Σάκβιλ-Γουέστ υπήρξε μια ήσσονος σημασίας συγγραφέας, εξαιρετικά επιτυχημένη πάντως στον καιρό της, που περισσότερο είναι γνωστή για την υψηλή της τάξη, τον οξύ πρωτοφεμινισμό της, τις ευάριθμες ρομαντικές ομοφυλοφιλικές της σχέσεις και, πασίγνωστα, τον δεσμό της με την Βιρτζίνια Γουλφ που απέφερε και το «Ορλάντο» της τελευταίας, ένα κολοσσιαίο μυθιστορηματικό χρονικό και μαζί ερωτικό γράμμα της Γουλφ σ’ αυτήν. Μ’ άλλα λόγια εδώ υπάρχει το υλικό μιας ενδιαφέρουσας ταινίας.

Για να μην υποδυθούμε ότι υπάρχει αγωνία για το αποτέλεσμα, ουδέν υλικό φάνηκε να χρησιμεύει στην Τσάνια Μπάτον. Οι λόγοι πολλοί. Ένας η εμμονή να καταστεί το παρελθόν μοντέρνο. Με μπιτ, μπάσο και programming στη μουσική δεν γίνεται. Ένας άλλος σχετίζεται με την ίδια την σεναριακή πρώτη ύλη, που είναι το θεατρικό της Αϊλίν Άτκινς. Αναπόφευκτα (;) περνά πολλή ώρα που η αλληλογραφία των δύο γυναικών γίνεται αφηγηματικό όχημα. Η πρόζα είναι παρατακτική, στατική, λογοτεχνική.

Το υπερστυλιζάρισμα είναι το πρώτο καταφύγιο του ανούσιου και η λογοτεχνίζουσα αυτή αφήγηση μιας δυνάμει σημαντικής ιστορίας είναι απολύτως ένοχη

Η λογοτεχνικότητα, θα έλεγε κάποιος, είναι αναπόφευκτη. Κατά μία έννοια, ίσως. Όμως ο χειρισμός της Μπάτον είναι λογοτεχνίζων κι εδώ υπάρχει μια χαώδης διαφορά. Το λογοτεχνικό μπορεί, σαν ιδιότητα δραματουργική, περίτεχνα και κεντρομόλα να συζητήσει την θεματική του. Το λογοτεχνίζον όμως, τεχνηέντως και διαρκώς (ιδίως στην πρώτη ώρα) κλωθογυρίζει φυγόκεντρα με τσιτάτα γύρω από τα διάφορα (τα τελικώς αδιάφορα) χωρίς να εμφαίνει σ’ αυτό που θέλει να πει.

Εντούτοις, κάπου στην ώρα, η ευόδωση του ειδυλλίου, ως τότε κράμα σωματικότητας (που φέρνει, ελαφρώς τσαμπουκαλίδικα, η Άρτερτον) και νευρασθενικής αυτοσυγκράτησης (που, καλύτερα, φέρνει η Ντεμπίκι) βάζει το έργο σε μια σειρά. Από την στιγμή που η έμφαση μεταφέρεται στοχευμένα στην άνω των περιστάσεων Ντεμπίκι και τον χαρακτήρα της Γουλφ, αναφύεται στο έργο κάπως καλύτερα η θεματική της μετουσίωσης του έρωτα από το σαρκικό στο πνευματικό. Η αλλαγή συνοδεύεται τόσο από την πλοκή (η δημιουργία του «Ορλάντο») όσο και από την ερμηνεία των δύο γυναικών που παρότι ακατάλληλα επιλεγμένες (η διαφορά ηλικίας είναι λάθος, η Άρτερτον έχει περιορισμένη δραματική εμβέλεια και ο ρόλος της, επιπρόσθετα, υποτάσσεται στο βάρος της Γουλφ αφήνοντάς την έκθετη) κάνουν ό,τι μπορούν.

Από εκεί και έπειτα, όπως όλοι γνωρίζουμε, το υπερστυλιζάρισμα είναι το πρώτο καταφύγιο του ανούσιου. Η Μπάτον, αφού κινηματογραφεί μισά πρόσωπα, CGI κισσούς, ηλιοβασιλέματα, συμμετρικό περπάτημα, φορέματα και σκιές, αφού έχει φορέσει επιτακτικά λογοτεχνικό κείμενο στις πρωταγωνίστριές της βασανίζοντας κάθε ιδέα φυσικότητας, δεν εστιάζει στην ουσία των λεγομένων, δεν τέμνει το ξύλινο του λόγου να βρει την πνευματική γεύση του, δεν καταφέρνει ούτε και μισή τόλμη στην σεξουαλική απεικόνιση. Κι αυτό, για μια ηρωΐδα που αλλάζει τη ζωή της εξαιτίας της φυσικής επαφής, είναι ασυγχώρητο. Η Γουλφ της Ντεμπίκι – χωρίς και την περίφημη «μύτη» της Κίντμαν στις «Ώρες» - μπορεί να κερδίζει κατά κράτος ένα έργο (που έπρεπε βέβαια να είναι ισόρροπο), αλλά δυστυχώς, στο τέλος, δικαιούνταν μια πολύ-πολύ καλύτερη ταινία.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ο έρωτας της Βιρτζίνια Γουλφ
  • Ο έρωτας της Βιρτζίνια Γουλφ