20:28
11/5

Ο «Ψυχρός Πόλεμος» του Παβλικόφσκι είναι ένα αθεράπευτα ρομαντικό οδοιπορικό στα χαρακώματα του έρωτα

Οπτικά πανέμορφο και με ένα εξαιρετικό πρώτο μέρος, το νέο φιλμ του Πάβελ Παβλικόφσκι μας ταξιδεύει στις περιπετειώδεις στάσεις ενός μεγάλου έρωτα με φόντο την Ευρώπη των πρώτων ψυχροπολεμικών χρόνων.

Αποστολή στις Κάννες: Νεκτάριος Σάκκας

Οι υψηλές προσδοκίες για τον «Ψυχρό Πόλεμο» του Πάβελ Παβλικόφσκι δικαιώθηκαν εν μέρει, καθώς το νέο φιλμ του πολυβραβευμένου Πολωνού δημιουργού του «Ida» μας βυθίζει απολαυστικά στην αρχή και κάπως σχηματικά από τη μέση και μετά στον αδιέξοδο έρωτα ενός μαέστρου και μιας νεαρής τραγουδίστριας, με φόντο τη μεταπολεμική Ευρώπη του μεγάλου διχασμού. Η αλήθεια είναι όμως πως κάτι το πανέμορφο, ασπρόμαυρο 4:3 κάδρο, κάτι το αφοπλιστικά μυσταγωγικό πρώτο μέρος και βέβαια η φανταστική Τζοάνα Κούλιγκ στον πρωταγωνιστικό, δίνουν αρκετό καύσιμο ώστε να κρατήσει την ταινία και στις πιο συζητήσιμες στροφές της. Κάτι που φάνηκε τελικά και στο ζεστό χειροκρότημα με το οποίο τίμησε το κοινό ένα φιλμ που, από την ανακοίνωση κιόλας του προγράμματος των Καννών, φάνταζε ως ένα από τα φαβορί για τον φετινό Χρυσό Φοίνικα.

Στη βαθύτατα ρομαντική ταινία του Παβλικόφσκι, ο έρωτας είναι ένας πόλεμος, η έκβαση του οποίου κρίνεται στα πάσης φύσεως σύνορα.

Όλα ξεκινούν στην Πολωνία του 1949, σαν ντοκιμαντέρ, με καθημερινούς ανθρώπους να τραγουδούν μπροστά από ένα μαγνητόφωνο πολωνικά τραγούδια που υμνούν τους καημούς του έρωτα. Την καταγραφή κάνει μια επιτροπή που αναζητά αυθεντικές μελωδίες και ταλέντα για τη σύσταση ενός φιλόδοξου μουσικού ομίλου. Εκεί, στις οντισιόν, ο μαέστρος Βίκτορ (Τομάς Κοτ) θα γνωρίσει και θα ερωτευτεί τη νεαρή Ζούλα (Κούλιγκ). Ο έρωτάς τους θα περάσει από τη Βαρσοβία, το Βερολίνο, το Παρίσι και τη Γιουγκοσλαβία, θα γνωρίσει ματαιώσεις, αναβολές, συμβιβασμούς, παραιτήσεις και αναζωπυρώσεις, θα βρεθεί αντιμέτωπος με διλήμματα και αντιζηλίες, θα γυρέψει την τύχη του στη Δύση πριν αναζητήσει με ρίσκο την επιστροφή του πίσω στην Πολωνία. Στο οδοιπορικό αυτό, τα όσα μοιράζονται ο Βίκτορ και η Ζούλα δένονται με τη μουσική που επιλέγουν κάθε φορά να υπηρετήσουν.

Στη βαθύτατα ρομαντική ταινία του Παβλικόφσκι, ο έρωτας είναι ένας πόλεμος, η έκβαση του οποίου κρίνεται στα πάσης φύσεως σύνορα: τα πραγματικά, εκείνα της καρδιάς και των αντοχών του εγωισμού, των προσδοκιών, των ωριμάνσεων και των αλλαγών που βιώνει ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά, αλλά και πλάι στον αγαπημένο του. Δεν είναι τυχαίο εκείνο το κάλεσμα της Ζούλα στον Βίκτορ για το καθοριστικό πέρασμα «στην άλλη πλευρά», με ό,τι κι αν αυτό σημαίνει πλέον στο τέλος της διαδρομής τους και της ταινίας. Πριν από αυτό, ο Παβλικόφσκι έχει κατορθώσει να παντρέψει μουσική και πλοκή με τρόπο απόλυτα οργανικό και σχεδόν μεταφυσικό, δένοντάς τα με τη διαδρομή ενός μεγάλου - αν και όχι πάντα πρωτότυπα δοσμένου - κινηματογραφικού έρωτα, τον οποίο αφιερώνει στους γονείς του.

Έτσι, στην αρχή, ο 60χρονος Πολωνός δημιουργός εγκαθιδρύει το αποτύπωμα του συναισθήματος μεταξύ δύο πολύ διαφορετικών ανθρώπων, την ώρα που η προσωπική και επαγγελματική τους σχέση συμπορεύεται με τις φολκλόρ μελωδίες του τόπου τους οι οποίες γνωρίζουν μεγάλη απήχηση στο κοινό. Όταν ύστερα έρθουν οι «προτροπές» από το Κόμμα για να στραφούν προς ένα ρεπερτόριο που θα υμνεί τον Στάλιν και την αγροτική μεταρρύθμιση, ο έρωτας αυτός θα κληθεί να αναζητήσει την τύχη του εκτός Σοβιετικής Ένωσης. Εκεί ωστόσο τους περιμένει ο ένας άλλου τύπου κομφορμισμός, που μαζί με την καπιταλιστική εκδοχή της ελευθερίας, την τζαζ και το ροκ εν ρολ, φέρνει στην επιφάνεια και τη συνειδητοποίηση πως το «ανήκειν» δεν συντονίζεται αυτόματα με την απόκτηση ενός νέου διαβατηρίου ή την επαγγελματική καταξίωση. Με άλλα λόγια, ο Παβλικόφσκι υπογραμμίζει ότι σπίτι μας είναι εκεί που βρίσκεται η καρδιά μας, με τη διαφορά πως και αυτή ακόμα δεν είναι αταλάντευτη μπροστά στον πόλεμο των προσδοκιών, των θέλω ή των ευρύτερων κοινωνικών επιταγών.

Στον αντίποδα όλων αυτών, είναι εύκολο να διακρίνει κανείς τη σχηματική κοινοτοπία με την οποία σκιαγραφείται η σχέση της Ζούλα και του Βίκτορ στο αρκετά μεγάλο κεφάλαιο του Παρισιού. Ακόμα κι αυτό όμως δεν αρκεί για να ακυρώσει τις απολύτως δοτικές ερμηνείες που διατρέχουν το σώμα της ταινίας, την ορμητική παρουσία της Κούλιγκ ή εκείνον τον παλιομοδίτικο ρομαντισμό που ένας μάστορας της εικόνας όπως ο Παβλικόφσκι έχει καταφέρει να αιχμαλωτίσει σε μια συγκρατημένα λυρική πλην όμως απολύτως παθιασμένη αφήγηση που σαγηνεύει.

Ίσως τελικά, ο «Ψυχρός Πόλεμός» του να μην απέχει πολύ από αυτό που ο γραφειοκράτης προϊστάμενος και ανταγωνιστής του Βίκτορ, ο Κάζμαρεκ, αναγκάζεται να παραδεχτεί μπροστά στους δύο πρωταγωνιστές, στην αρχή σχετικά της ταινίας, αμέσως μετά από μία επιτυχημένη παράσταση: «ποτέ δεν περίμενα να με συγκινήσουν αυτά τα φολκλόρ τραγούδια, όμως εσείς το καταφέρατε». Κι αν είναι απίθανο πράγμα ο έρωτας, ή ακόμα κι αν η κινηματογραφική του αποτύπωση αποδεικνύεται τις περισσότερες φορές μια ξεπερασμένη φόρμα , υπάρχει πάντα ένας Παβλικόφσκι που ακόμα κι όταν δεν προσεγγίζει το τέλειο, είναι εκεί για να προσφέρει ζωτικό χώρο στο αφηγηματικά σπάνιο.

Διαβάστε ακόμη:
Ο Σερεμπρένικοφ με το γλυκόπικρο «Leto» μας υπενθυμίζει ότι κάθε καλοκαίρι κάποια στιγμή τελειώνει

Το «Birds of Passage» είναι η πιο ασυνήθιστη γκανγκστερική ταινία που έγινε ποτέ
«Wildlife» και Κάρεϊ Μάλιγκαν δικαιώνουν απόλυτα το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Πολ Ντέινο 
Λευτεριά στον Κίριλ Σερεμπρένικοφ

Το «Everybody Knows» είναι ένας διεκπεραιωτικός Φαρχαντί που λειτουργεί με άνεση στο ρελαντί
Κάννες 2018: Κέιτ, Πενέλοπε και Τζούλιαν στο λαμπερό κόκκινο χαλί της πρεμιέρας
Κάννες 2018: Αυτές είναι οι ταινίες που ανυπομονούμε να δούμε στο φεστιβάλ