Ταινία της εβδομάδας: Το «Ραντεβού στο Belle Époque» στέλνει το κοινό με χαμόγελο διαρκείας έξω από την αίθουσα ? νεα || cinemagazine.gr
Advertisement
9:23
12/12

Ταινία της εβδομάδας: Το «Ραντεβού στο Belle Époque» στέλνει το κοινό με χαμόγελο διαρκείας έξω από την αίθουσα

Φανί Αρντάν, Ντανιέλ Οτέιγ και Γκιγιόμ Κανέ, μια πανέξυπνη σεναριακή ιδέα και ένας παιχνιδιάρικος συνδυασμός χιούμορ, ρομαντισμού και νοσταλγίας εγγυώνται για αυτή την απολύτως ψυχαγωγική γαλλική κομεντί.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Το εύρημα της ταινίας δεν είναι ακριβώς πρωτότυπο, αλλά προσφέρεται στον θεατή σχεδόν ακαταμάχητο: στο σημερινό Παρίσι μια ευφάνταστη εταιρεία αναλαμβάνει να αναπαραστήσει με ακρίβεια οποιαδήποτε εποχή και στιγμιότυπο του παρελθόντος επιλέξουν να αναβιώσουν οι ευκατάστατοι πελάτες που την επισκέπτονται. Ανάμεσα στους πελάτες αυτούς θα βρεθεί σύντομα και ο Βικτόρ, ένας γκρινιάρης και αντικοινωνικός πρώην σκιτσογράφος που αποχαιρετά βαριανασαίνοντας τα εξήντα, υπνοβατεί στο μέσο ενός πολυετούς γάμου ο οποίος καταρρέει γοργά και αρνείται πεισματικά να συμβαδίσει με την τεχνολογικά εξελιγμένη πραγματικότητα γύρω του. 

Ο Βικτόρ επιθυμεί να επιστρέψει πίσω στον Μάιο του 1974 και σε μια σημαδιακή ημερομηνία της νιότης του: θέλει να ξαναζήσει τη νύχτα όπου γνώρισε για πρώτη φορά τη μετέπειτα σύζυγό του, σε ένα ήσυχο συνοικιακό μπιστρό της Λυόν. Η προσομοίωση μπαίνει σε τέλεια λειτουργία για λογαριασμό του ήρωα, μόνο που η εμπειρία όχι μόνο τον αναζωογονεί αλλά και τον σπρώχνει να ερωτευτεί τη νεαρή καλλονή (και πρώην αγαπημένη του εγκέφαλου της εταιρείας) στην οποία ανατίθεται να υποδυθεί την κατά 45 χρόνια νεώτερη σύζυγό του.

Ηθοποιός κατά βάση, στη δεύτερη σκηνοθετική απόπειρά του έπειτα από το πετυχημένο εισπρακτικά «Ο Κύριος και η Κυρία Αντελμάν» (2017), ο Μπεντός υπογράφει ένα σπαρταριστό σενάριο το οποίο εμπνέεται από τις παλιές ρομαντικές φαντασίες του Χόλιγουντ όσο κι από το τηλεοπτικό (και προηγουμένως κινηματογραφικό) «Westworld», το «Truman Show» του Πίτερ Γουίαρ και τη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης» του Τσάρλι Κάουφμαν. Επιλέγει, όμως, να απαλείψει κάθε μεταφυσικό παράγοντα από τη διήγησή του και να επικεντρωθεί στην πραγματοποίηση μιας νοσταλγικής φαντασίωσης η οποία θα αποδειχτεί ευεργετική για τις ζωές όσων εμπλέκονται σε αυτήν.

Η ταινία επιβραβεύει τις δυνατότητες της ψευδαίσθησης να εισχωρεί στην πραγματικότητα και να τη μεταμορφώνει

Το «Ραντεβού στο Belle Époque» συστήνεται αρχικά στο κοινό με μια φρενίτιδα διαλογική και οπτική από την οποία πάσχουν οι περισσότερες γαλλικές παραγωγές της πρόσφατης μνήμης. Τη στιγμή που ο Βικτόρ βυθίζεται περιχαρής στην ανασύσταση της αλλοτινής του νεότητας, ωστόσο, η ταινία ηρεμεί και γλυκαίνει, επιβραβεύοντας τις δυνατότητες της (κάθε σκηνοθετικής) ψευδαίσθησης να εισχωρεί στην πραγματικότητα και να τη μεταμορφώνει. 

Μπορεί η παράλληλη (και εντελώς σχηματική) πλοκή της σχέσης αγάπης/μίσους του σκηνοθέτη (Γκιγιόμ Κανέ) με την πρώην αγαπημένη του (Ντοριά Τιγιέ) να πετά απότομα τον θεατή έξω από την ευφορική ατμόσφαιρα με την οποία είναι στολισμένη η ιστορία του νοσταλγού Βικτόρ. Μπορεί επίσης η παιγνιώδης ιδέα του φιλμ να αφήνει ανεκμετάλλευτο ένα βαθύτερο σχόλιο για τον εξαρτητικό και πλήρως αλλοτριωτικό τρόπο με τον οποίο η πρόοδος έχει λειτουργήσει στις σύγχρονες ανθρώπινες συνήθειες. 

Με την κεφάτη συνδρομή των Ντανιέλ Οτέιγ και Φανί Αρντάν, πάντως, και το αφοπλιστικό pas de deux που οι δυο βετεράνοι πρωταγωνιστές πετυχαίνουν στην πανέμορφη σκηνή του τέλους, ο σκηνοθέτης πετυχαίνει και εναρμονίζει το χιούμορ και την τρυφερότητα σε έναν συνδυασμό από τον οποίο πολύ θα είχε ωφεληθεί στο σύνολό της η ταινία. Επειδή όμως ο Νικολά Μπεντός σκέφτεται με όρους καθαρά εμπορικούς, το «Ραντεβού στο Belle Époque» ναι μεν καταφέρνει και στέλνει το κοινό με χαμόγελο διαρκείας έξω από την αίθουσα, μοιάζει ωστόσο με χαμένη ευκαιρία. Γιατί επαναπαύεται στις συμβάσεις ενός διασκεδαστικού μπουρλέσκ τη στιγμή που θα μπορούσε να είναι πολλά περισσότερα. Μια ενδεχόμενη αμερικανική διασκευή του φιλμ μοιάζει, παρ' όλα αυτά, με ζήτημα χρόνου.