11:42
16/4

Βιτόριο Ταβιάνι (1929-2018): Ο θάνατος που σφράγισε τα μυστικά μιας υπερβατικής συνεργασίας

«Είμαστε διαφορετικοί χαρακτήρες αλλά έχουμε την ίδια φύση» ή πώς ο Βιτόριο και Πάολο Ταβιάνι έδειξαν τον δρόμο για ένα μαχητικό και παράλληλα διαλεκτικό σινεμά για πάνω από 50 χρόνια, σε μια συνεργασία που μόνο ο θάνατος μπόρεσε να διακόψει. 

Από τον Τάσο Μελεμενίδη

Ένας κριτικός είχε γράψει στην αρχή της καριέρας των αδερφών Ταβιάνι πως «το σινεμά άρχισε με τους Λιμιέρ και θα τελειώσει με τους Ταβιάνι» ενοχλημένος από μια γραφή που την θεωρούσε αντίθετη στην ανάγκη του κοινού για ψυχαγωγία. Πέρα από την προφανή ανοησία σε μια τέτοια υπερβολή, ο κριτικός δε μπόρεσε να δικαιολογήσει το γεγονός πως οι ταινίες των αδερφών Ταβιάνι, τουλάχιστον στην Ιταλία, δεν αφορούσαν ένα εκλεκτικό κοινό λίγων ανθρώπων αλλά ήταν μια σπάνια περίπτωση από το λαϊκό σινεμά και ο καλλιτεχνικός εστετισμός αναμειγνύονταν στο μοντάζ με ευεργετικό τρόπο.

Ο μεγαλύτερος Βιτόριο (γεννήθηκε το 1929) και ο μικρότερος Πάολο (1931) έζησαν τον πόλεμο σε ηλικία που τους επέτρεπε να έχουν φρικτές αναμνήσεις και βρέθηκαν μετά το τέλος του να αναζητούν εμπειρίες που θα τους οδηγήσουν σε μια καλύτερη ζωή. Το 1946, όπως έχουν δηλώσει σε αρκετές συνεντεύξεις τους, ήταν η καθοριστική στιγμή όταν βρέθηκαν σε μια προβολή του «Παϊζά» του Ρομπέρτο Ροσελίνι, βλέποντας ένα θέαμα που παρόμοιο δεν είχαν ξαναβιώσει. Ο Βιτόριο είχε ξεκίνησε να ασχολείται λίγα χρόνια αργότερα με τη νομική, όταν κατάλαβε πως η σταδιοδρομία στον κινηματογράφο ήταν μονόδρομος. Δούλεψε κοντά στον Ροσελίνι, έμαθε τον φιλμικό κόσμο μέσα από το ντοκιμαντέρ και πήρε την απόφαση να δουλέψει μαζί με τον αδερφό του, σε μια συλλογική προσπάθεια για μια νέα γλώσσα στο σινεμά της μυθοπλασίας. 



Με σαφείς προσανατολισμούς προς το κοινό των λαϊκών στρωμάτων και μια πολιτική συνείδηση που έτεινε προς τον μαρξισμό χωρίς όμως ακόμη να έχει οριστικοποιηθεί και κυρίως να έχει μεταφερθεί μέσα στις εικόνες τους, οι Ταβιάνι πέτυχαν για μια εικοσαετία τουλάχιστον, κάτι περίφημο. Να φτιάξουν ένα σινεμά προσιτό και πειραματικό ταυτόχρονα, με αφηγηματικές υπερβάσεις που παρατηρούσαν οι κριτικοί σε κάθε νέα τους ταινία, με την πρωτοποριακή χρήση της μουσικής, αλλά και τα ψήγματα του νεορεαλισμού που δεν τους άφησε ποτέ να φτιάχνουν ένα μοναδικό κράμα. 

Μετά τους «Ανατρεπτικούς» του 1967 που με τον τρόπο τους προετοίμαζαν την ευρωπαϊκή έκρηξη του 1968 και έμπλεκαν τη μυθοπλασία με το ντοκιμαντέρ, ξεκίνησε μια σειρά από φιλμ που τους έστειλε στην ελίτ του ευρωπαϊκού σινεμά. Η μαρξιστική ολοκλήρωση φάνηκε να έρχεται στο «Αλονζανφάν» του 1974 που μιλούσε για την ανάγκη της ταξικής συνείδησης γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στο κοινό που τους παρακολουθούσε, δείγμα ενός πιο σαφούς καλλιτεχνικού δρόμου. Τρία χρόνια μετά ο «Πατέρας Αφέντης» και το βουκολικό του τοπίο έδινε στα 2 αδέρφια τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, απονεμημένο από τον τότε πρόεδρο Ρομπέρτο Ροσελίνι σε ένα υπέροχο παιχνίδι της μοίρας, μια στιγμή που για τους ίδιους έκλεινε έναν κύκλο. 



Η μίξη της φαντασίας με την ιστορία έφερε τη Νύχτα του Σαν Λορέντζο το 1982, δυο χρόνια αργότερα συνδύασαν τα διηγήματα του Πιραντέλο στην πιο φιλόδοξη ταινία τους, το Χάος, ενώ το 1987 ασχολήθηκαν με την κινηματογραφική ιστορία, μέσω των γυρισμάτων της «Μισαλλοδοξίας» του Γκρίφιθ, σε ένα από τα πιο προσιτά τους φιλμ, το «Καλημέρα Βαβυλωνία». Στη δεκαετία του 90 συνέχισαν με δουλειές μικρότερου βεληνεκούς όπως το «Fiorile» (1993) και τις «Εκλεκτικές Συγγένειες» (1996), δουλειές που έμοιαζαν ξένες μπροστά σε ένα σινεμά που άλλαζε και άφηνες πίσω του την πολυσημία και τις θεωρητικές συζητήσεις που αυτή προκαλούσε. Ενώ έδειχναν πως είχαν ολοκληρώσει τον δημιουργικό τους κύκλο, το 2012 θριάμβευσαν στο φεστιβάλ του Βερολίνου με το «Ο Καίσαρας Πρέπει να Πεθάνει», που ξανάβαζε στο περιεχόμενο της δουλειάς τους το θέατρο, εξερευνώντας τα όρια της ελευθερίας μέσα από μια παράσταση που ετοιμάζει μια ομάδα φυλακισμένων.



Το βραβείο του Βερολίνου τους έδωσε κουράγιο και συνέχισαν με 2 ακόμη ταινίες, τελευταία εκ των οποίων ήταν το «Ουράνιο Τόξο» του 2017. Το έργο και τα βραβεία τους όμως, αν και αποκάλυψαν πολλά για τις κοινές ιδέες που είχαν, είναι δύσκολο να αποκρυπτογραφήσει εντελώς το πως 2 διαφορετικοί άνθρωποι, έστω και αδέρφια, μπορούσαν να μορφοποιήσουν με τόσο μεστό τρόπο το τελικό τους αποτέλεσμα. Σε μια από τις λίγες φορές που ο Βιτόριο μίλησε για τα γυρίσματα των ταινιών τους, αποκάλυπτε πως σχεδιάζουν μαζί τι θέλουν να κάνουν αλλά μετά χωρίζουν τις σκηνές που γυρίζουν, χωρίς να μπερδεύεται ο ένας στη δουλειά του άλλου. Αυτό το σπάνιο φαινόμενο, σε μια δουλειά συλλογική μεν που χρειάζεται όμως ένα μοναδικό Εγώ που θα δίνει τη γραμμή και τις καλλιτεχνικές οδηγίες, αυτή η συνεργασία έμοιαζε υπερβατική. 

Ο θάνατος του Βιτόριο Ταβιάνι ανακοινώθηκε χθες το πρωί από την κόρη του που δήλωσε πως «πέθανε ήσυχα, κοντά στην οικογένειά του» και τελειώνει οριστικά το κεφάλαιο Αδερφοί Ταβιάνι, που αφήνει πίσω του ένα πολιτικό σινεμά που δεν υπάρχει πλέον, μια διαφορετική σχέση κοινού και δημιουργού (δημιουργών στην προκειμένη), αλλά και πολλά μυστικά. «Κάποια στιγμή συναντήσαμε τους αδερφούς Κοέν και αρχίσαμε να μιλάμε για το πως καταφέρνουμε να συνεργαζόμαστε μεταξύ μας. Καταλήξαμε πως είναι καλό κάποια πράγματα να παραμείνουν μυστικά», είπαν οι 2 τους πριν λίγα χρόνια και συμφωνούμε απόλυτα.