Το (κινηματογραφικό) μέλλον ορίζεται από τους νέους: Ολοκληρώθηκε το 22ο Φεστιβάλ της Ολυμπίας ? νεα , ειδησεις || cinemagazine.gr
Advertisement
13:00
9/12

Το (κινηματογραφικό) μέλλον ορίζεται από τους νέους: Ολοκληρώθηκε το 22ο Φεστιβάλ της Ολυμπίας

Κάτι ωραίο συμβαίνει στη Νότια και την Δυτική Ελλάδα, κάτι περισσότερο κι από κινηματογραφικά σημαντικό, κάτι που σπανίζει στην δύστοκη χώρα μας: Μια διαρκούσα ζύμωση ελπίδας και βάσιμης αισιοδοξίας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το 22ο Φεστιβάλ της Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους, που ξεκίνησε το 1997 κι έχασε μόνο μία (την επόμενη, αν δεν κάνω λάθος) χρονιά – για τους συνήθεις νεοελληνικούς λόγους της ανόητης γραφειοκρατίας – είναι μια γιορτή σφύζουσας νεότητας και ορθής εκκόλαψης βαθιάς κινηματογραφοφιλίας. Αρκεί να βρεθείς σε μια από τις προβολές και θα καταλάβεις. Αίθουσες γεμάτες από παιδιά που παρακολουθούν, «συνομιλούν» με το έργο, πανηγυρίζουν και…χορεύουν και μόνο στο άκουσμα από τις πρώτες νότες του μουσικού σήματος του φεστιβάλ.

«Γηπεδικές» συνθήκες σε κινηματογραφική αίθουσα; Ναι αμέ. Και με 30.000 (σύμφωνα με τις εκτιμήσεις) κόσμο! Άμα νοείται έτσι η γηπαιδικότητα (sic), φέρτε μας κι άλλη, υποσχεθείτε μας πως δεν θα τελειώσει ποτέ. Διότι κοινό που παρακολουθεί τόσο ευλαβικά, αντιδρά τόσο σωματικά, χειροκροτεί τους δημιουργούς (ακόμα και στα credits!), δυσφορεί κι ευτυχεί ανάλογα με το τί η ταύτιση με τους επί της οθόνης χαρακτήρες προκαλεί, δεν είναι κάτι που ελπίζεις παρά μόνο ίσως στα παιδικά θέατρα που οι μπόμπιρες παραληρούν.

«Ο Πρώτος Αποχαιρετισμός»

Εδώ όμως δεν είναι «μπόμπιρες». Είναι παιδικό, εφηβικό και νεανικό κοινό που έχει αποκτήσει την κουλτούρα της αίθουσας, που συνεπαίρνεται από τις αφηγήσεις, που νοιάζεται για τους ανθρώπους της οθόνης, που «ανοίγει» τα πορτοπαράθυρα του σινεμά κι αγναντεύει τον κόσμο της από τα μέσα – και θυμίζει/διδάσκει «πώς» γινόταν και για σένα Μάηδες πριν, πώς ακόμα οφείλεται να συμβαίνει. Σου θυμίζει να μην ξεχάσεις.

Για τους παραπάνω λόγους και μόνο ο Δημήτρης Σπύρου, ο αειθαλής καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ και οι εκλεκτοί του συνδημιουργοί μαζί (ο Χρήστος Κωνσταντόπουλος, ο Νίκος Θεοδοσίου και, μαζί τους, ο αναπληρωτής καλλιτεχνικός διευθυντής Παντελής Παντελόγλου), παίρνει όλα τα εύσημα και όλα τα ευχαριστώ που μπορούμε σαν επισκέπτες και φιλοξενούμενοι να του δώσουμε.

Στις τρεις μέρες που βρεθήκαμε στην πόλη του Πύργου, κέντρο από το οποίο το φεστιβάλ εξακτινώνεται στη Νότια κι Δυτική Ελλάδα (στην Καλαμάτα, το Αίγιο, τη Σπάρτη, τη Ζαχάρω, τη Δημητσάνα, το Αγρίνιο, το Μεσολόγγι, τη Ζάκυνθο -για πρώτη φορά φέτος! - και αλλού ακόμα!), τύχαμε μιας γενικευμένης φιλοξενίας. Είδαμε μια πόλη στο ρυθμό ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ. Μια πόλη γεμάτη δραστηριότητες, masterclasses, εργαστήρια, pitching lab, προβολές μικρού και μεγάλου μήκους, μυθοπλασίας, ντοκιμαντέρ και animation. Μια πόλη γεμάτη κριτικές επιτροπές, μεγάλων αλλά και παιδιών. Που συζητά για σινεμά, που μιλάει ένα σκασμό γλώσσες, που ανοίγεται, ανέχεται, εκπαιδεύεται, καλλιεργείται και υπόσχεται. Περισσότερο απ’ όλα πως μια καινούργια γενιά γαλουχείται να αντιμετωπίζει σινεμά, να εννοεί την κινηματογραφική έκφραση. Πως  - που ξέρεις; - από εδώ θα ξεπηδήσει και ταλέντο δημιουργίας και ταλέντο θέασης. Σε αμφότερα καθυστερούμε και το Φεστιβάλ της Ολυμπίας κάνει περισσότερα από πολλούς άλλους μαζί.

Προτού αναφερθώ στις (λίγες) ταινίες που προλάβαμε, δύο σημαντικοί αστερίσκοι. Ο πρώτος σχετίζεται με το pitching lab της περασμένης Παρασκευής. Μια διαδικασία κατά την οποία ενώπιον ημών και μιας 5μελούς κριτικής επιτροπής 8 ιδέες (από 41 προεπιλεγμένες!) αναπτύχθηκαν από τους επίδοξους δημιουργούς τους, νεαροί όλοι φυσικά, κι έπρεπε μέσα σε 10 λεπτά (πέντε παρουσίασης, πέντε απάντησης ερωτημάτων) να «αποδείξουν» γιατί δικαιούνται δύο έπαθλα-συνδρομές - ένα της ΕΡΤ, ένα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Και πρέπει να ομολογήσω, με όλη μου την κριτική στρυφνότητα, ότι και τα οκτώ ήθελα να τα δω ταινία...

Ο δεύτερος αστερίσκος είναι η παρουσίαση που μας έγινε στον χώρο που, κατά κοινή όλων μας ελπίδα, θα στεγάσει στο άμεσα προσεχές μέλλον το φεστιβάλ – και όχι μόνο. Στην εγκαταλελειμμένη σειρά κτιριακών εγκαταστάσεων του Αυτόνομου Σταφιδικού Οργανισμού της Πόλης, οι άνθρωποι του Φεστιβάλ λογαριάζουν και ελπίζουν ότι οι συνήθεις παλαιογραφειοκρατικές παθογένειες θα ηττηθούν και μετά από τρία χρόνια θα μπορεί να στεγαστεί όχι μόνο η διοργάνωση, με δύο αίθουσες, αλλά και μια συνολική πρόταση Κέντρου Οπτικοακουστικής Δημιουργίας που θα διαθέτει ακόμα και το δικό της στούντιο! Τα χρήματα έχουν ανοίξει από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, η Περιφέρεια δείχνει ενεργητικά δίπλα, η ανακαίνιση του χώρου εκκρεμεί… Η Δυτική Ελλάδα μόνο να κερδίσει έχει από μια τέτοια κίνηση που θα φέρει μια συνολικά ιστορική περιοχή στο πολιτισμικό επίκεντρο, γιατί όχι, του μεσογειακού χώρου.

Από τις 7 μικρού μήκους και τις 2 μεγάλου μήκους δημιουργίες που είχαμε την τύχη να δούμε, εντυπωσιακά, έχεις από έναν καλό (κι έναν καλύτερο) λόγο να πεις. Ο «Χρωματιστός» του Μαουρίτσιο Φορεστιέρι, είναι μια 5λεπτη «Φαντασία», με τους Γάμους του Φίγκαρο να μελωδούν την προσπάθεια των βασικών χρωμάτων να μην ισοπεδωθούν από το…μαύρο – με όλους τους εύγλωττους συμβολισμούς.

Ο «Ίαν, μια Συγκινητική Ιστορία» (Καλύτερη Ταινία Μικρού Μήκους Κινουμένου Σχεδίου από την Διεθνή Κριτική Επιτροπή Νέων) βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία και σε 9 λεπτά σε κάνει αλοιφή με την περιγραφή του σε υπέροχο «τουβλωτό» σκίτσο για το πώς ένα παιδάκι με εγκεφαλική παράλυση κερδίζει την σκληρότητα των παιδιών και τα όρια της πάθησής του. «Ο Χαρταετός» (Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους Κινουμένου Σχεδίου από την Κριτική Επιτροπή Παιδιών), απ’ ευθείας παραπομπή σε χρυσές ανατολικοευρωπαϊκές εποχές animation (και με την στήριξη της περίφημης σχολής του Ζλιν – Κάρελ Ζέρμαν και δεν συμμαζεύεται, είδαμε φέτος και στις Νύχτες) και ευθεία νίκη απλότητας και συγκίνησης επί της ενηλικιωμένης Πίξαρ.   

«Η Ρόκκα Αλλάζει τον Κόσμο»

Στα live action μικρού μήκους ξεχωρίζει το φινλανδικό «Κλαδί» (Βραβείο Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους Μυθοπλασίας από την κριτική επιτροπή των παιδιών και πάλι), μια ιστορία για τα παιδιά και τους φανταστικούς τους φίλους που, όπως και οι μικροί θεατές, σε εκπλήττουν διαρκώς με την ένταση και το απρόοπτο της μεγάλης ευαισθησίας τους. Εντυπωσιακό σκηνοθετικά – και αγριότερο σαν θέμα – το «Καλό Κορίτσι» της Μέρια Μάριανεν, που μέσα σε 12 λεπτά είναι παιδικό…horror που καταλήγει σε μια σχεδόν σοκαριστική αποθέωση του πώς και πότε οι γονείς που τσακώνονται σκληραίνουν το αγγελικό παιδί που ανώριμα και βίαια ενηλικιώνουν.

Τέλος, αν και υπενθυμίζω συμμετείχαν 86 ταινίες (μόνο στα διαγωνιστικά προγράμματα!) - εγώ κατάφερα ένα ελάχιστο, θαυμαστό, δείγμα - οι δύο μεγάλου μήκους. Πρώτο το…οσκαρικής τεχνικής κι εκφραστικής αρτιότητας «Η Ρόκα Αλλάζει τον Κόσμο», που στα Γερμανικά Βραβεία Κινηματογράφου κέρδισε και το «χρυσό» ταινίας νεότητας - και στην βραδιά της απονομής έβαλε και άλλα τρία βραβεία στις προθήκες του! Μια «Αμελί» για παιδιά, με απτόητη (αλλά ποτέ χαζοχαρούμενη) αισιοδοξία, με έναν κεντρικό χαρακτήρα μαγικό, άγιο και εντελώς ανθρώπινο, μια ταινία-αντικαταθλιπτικό που σπιντάρει την σεναριακή απλότητα και φέρνει το παιδικά εύλογο στην στραβοενηλικιωμένη αγκαλιά σου και σου προτείνει να αλλάξεις δρόμο.

«Κομμώσεις Ρόμι»

Έτερος ο κινέζικος «Πρώτος Αποχαιρετισμός» (Βραβείο Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Λεσχών Ελλάδας), που μας μεταφέρει στο Σιντσιάνγκ (στα βορειοδυτικά της Κίνας) και μια κοινότητα Ουϊγούρων, που μάχεται με τον αναλφαβητισμό, τις οικογενειακές σχέσεις, τις για την Δύση ξεπερασμένες ασθένειες, πάντα με το βλέμμα των παιδιών (τρεις απίθανοι μικροί), πάντα υπό το πρίσμα ενός πολιτισμού στην άκρη του κόσμου και στον γκρεμό της παγκοσμιοποίησης. Έχει όλα τα φεστιβαλικά πιστοποιητικά στη θέση τους (πήρε και την Κρυστάλλινη Άρκτο στο Βερολίνο, μεταξύ κάμποσων άλλων βραβείων), έχει και πολλές από τις ασθένειες του φεστιβαλισμού αν με ρωτάς, αλλά έστω και με τις υπερβολικές χρωματικές διορθώσεις της φωτογραφίας, έστω και με τον άδικα τόσο αργό ρυθμό, έχει στιγμές που χαρτογραφούν το δέσιμο, τη μούρλα, τη χάρη, την μνημειώδη αντοχή και, είπαμε, την εκπληκτική ευαισθησία των παιδιών που εξακολουθούν να νοιάζονται και να πονούν πολύ μετά από τη στιγμή που εσύ θα έχεις πάψει να καταλαβαίνεις περί τίνος πρόκειται.

Τέλος, τα μεγάλα βραβεία της βραδιάς δόθηκαν στα «Η Μπουλμπούλ μπορεί να τραγουδήσει», της τιμημένης και προηγούμενα στο ίδιο φεστιβάλ Ρίμα Ντας από την Ινδία (Καλύτερη Ταινία Μεγάλου Μήκους), στα «Πιτσιρίκια στη Βροχή» της Κλεμαντίν Καρί από τη Γαλλία (Καλύτερη Ταινία Μικρού Μήκους Μυθοπλασίας), στην «Αλεπού και το Πουλί» των Σαμ και Φρεντ Γκιγιόμ από τις Ελβετία-Βέλγιο (Καλύτερη Ταινία Μικρού Μήκους Κινουμένου Σχεδίου).

Και του χρόνου έναν χρόνο κοντύτερα στις νέες, αναγκαίες, εγκαταστάσεις. Ως άνθρωποι του σινεμά είμαστε όλοι δίπλα. Το να βλέπεις να γαλουχείται μια γενιά παιδιών που κινηματογραφιστές μπορεί να μη γίνουν (όλα!) αλλά θεατές θα είναι καλύτεροι από μας, είναι πέρα από όλες τις προσδοκίες μιας κατά τα λοιπά σταθερά μετριοπαθούς νεοελληνικής πραγματικότητας. Εύγε και ευχαριστούμε για την αναθάρρυνση.