9:20
9/5

Κάννες 2018: Το «Everybody Knows» είναι ένας διεκπεραιωτικός Φαρχαντί που λειτουργεί με άνεση στο ρελαντί

Η νέα ταινία του σπουδαίου Ασγκάρ Φαρχαντί («Ο Εμποράκος», «Ένας Χωρισμός») έχει για βιτρίνα τους Πενέλοπε Κρουζ και Χαβιέ Μπαρδέμ, περνά όμως αρκετά παρακάτω από τον υψηλότατο πήχη του έχουν θέσει οι προηγούμενες ταινίες του.

Αποστολή στις Κάννες: Νεκτάριος Σάκκας

Το 71ο Φεστιβάλ Καννών σήκωσε αυλαία χθες βράδυ με τους Πενέλοπε Κρουζ, Χαβιέ Μπαρδέμ και Ρικάρντο Νταρίν να πατούν πρώτοι το κόκκινο χαλί, έχοντας στο πλευρό τους φυσικά τον σπουδαίο Ιρανό δημιουργό Ασγκάρ Φαρχαντί. Και η αλήθεια είναι ότι στα χαρτιά, η επιλογή του «Everybody Knows» για άνοιγμα δείχνει περίπου αυτονόητη, τουλάχιστον με βάση την πολύ ενδιαφέρουσα πλην όμως αρκετά χαμηλότονη σοδειά του φετινού Φεστιβάλ. Ωστόσο μετά την προβολή της ταινίας έναρξης φάνηκε καθαρά πως το ισπανόφωνο σκηνοθετικό εγχείρημα του Φαρχαντί, αποδεικνύεται και το πιο αδύναμο μιας κατά τα άλλα αξιοζήλευτης φιλμογραφίας.

Στο «Everybody Knows», η Λάουρα (Κρουζ) είναι μια Ισπανίδα που παίρνει τα παιδιά της για να ταξιδέψει από το Μπουένος Άιρες πίσω στη γενέτειρά της, με αφορμή το γάμο της αδερφής της. Το χαρμόσυνο οικογενειακό reunion ωστόσο, διαταράσσεται από μία απαγωγή, αλλά και ένα μυστικό για το οποίο «όλοι ξέρουν» αλλά κανείς δε μιλάει ανοιχτά. Στην υπόθεση, καθοριστικό ρόλο παίζουν ο ντόπιος Πάκο (Μπαρδέμ) - ένας παλιός γνώριμος της οικογένειας - και ο Αλεχάντρο (Νταρίν), ο σύζυγος της Λάουρα.

Στο «Everybody Knows», η εστίαση στα δυναμικά μεταξύ των χαρακτήρων μένει σε δεύτερο πλάνο - κάτι που στις άλλες ταινίες του Ιρανού ήταν το άλφα και το ωμέγα.

Αυτονόητα, το νέο εγχείρημα του Φαρχαντί αποτελεί στοίχημα, από τη στιγμή που για πρώτη φορά ο Ιρανός βγαίνει εκτός της χώρας του για να δουλέψει με διεθνές καστ και σε μια ξένη γλώσσα. Χαμηλού ρίσκου βέβαια θα έλεγε κανείς, αφού είναι τόσο εμφανής η οικουμενικότητα των προηγούμενων ταινιών του (ας μην ξεχνάμε τα οσκαρικά «Ένας Χωρισμός» και «Εμποράκος») που σχεδόν εγγυάται πως το όποιο επόμενο βήμα προς μια διεθνή συμπαραγωγή δύσκολα θα αποδεικνυόταν μετέωρο.

Στην πράξη πάντως, το «Everybody Knows» προκύπτει κάπως αβέβαιο, έχοντας ένα σενάριο που εμμένει εξαντλητικά στη whodunit λογική του ποιος έστησε την απαγωγή, δίχως να τελικά να κεφαλαιοποιεί αυτή του την επιμονή. Την ίδια στιγμή, η εστίαση στα δυναμικά μεταξύ των χαρακτήρων μένει σε δεύτερο πλάνο - κάτι που στις άλλες ταινίες του Ιρανού ήταν το άλφα και το ωμέγα. Επιπλέον, η Κρουζ προσανατολίζεται σε μία ερμηνεία που για κάμποση ώρα μπορεί να παραπλανήσει το κοινό ως προς τα κίνητρα του χαρακτήρα της, ενώ εκείνος του Μπαρδέμ κεντρίζει μεν περισσότερο το ενδιαφέρον, μένοντας ωστόσο και αυτός οριακά έκθετος, εξαιτίας συγκεκριμένων σεναριακών επιλογών (ο λόγος για το τι μέρος της αλήθειας που όλοι ξέρουν, γνωρίζει).

Υπό το πρίσμα αυτό, η ταινία μοιάζει λίγο με χαμένη ευκαιρία, ανακυκλώνεται αρκετά στην επιφάνεια των πραγμάτων, δε φέρει τα χαρακτηριστικά εμβάθυνσης που έχουν οι υπόλοιπες ταινίες του Φαρχαντί (και τα σενάριά του), ενώ δεν δικαιολογεί από δραματουργικής σκοπιάς την επιλογή του τόπου όπου εκτυλίσσεται η δράση, πέραν του ότι πρόκειται για ισπανική συμπαραγωγή.

Με βάση τα παραπάνω, εύκολα θα κατέληγε κανείς στο συμπέρασμα πως έχουμε να κάνουμε με μία παταγώδη αποτυχία. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν άδικο για το «Everybody Knows», αφού πέραν των αδυναμιών του και του ότι περνά αρκετά παρακάτω από τον υψηλότατο πήχη που έχουν θέσει οι προηγούμενες ταινίες του Φαρχαντί, είναι δύσκολο να του αρνηθείς ότι στέκει αξιοπρεπώς στη λογική ενός οικογενειακού δράματος που παρακολουθείται με προσοχή και που ξέρει να κεντρίζει το ενδιαφέρον του κοινού. Απλά αυτό που για άλλους σκηνοθέτες είναι το ταβάνι, για τον Ιρανό είναι το μίνιμουμ.

Διαβάστε ακόμη
Κάννες 2018: Αυτές είναι οι ταινίες που ανυπομονούμε να δούμε στο φεστιβάλ