ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Ο Ντέιβιντ Λιντς μιλά για τη χιονοστιβάδα των σεξουαλικών σκανδάλων

Ανωτέρα Βία

Force Majeure

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2014
  • ΠΑΡΑΓΩΓΗ:
  • ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Ρούμπεν Όστλαντ
  • ΣΕΝΑΡΙΟ: Ρούμπεν Όστλαντ
  • ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Μπράντι Κόρμπετ, Κρίστοφερ Χίβτζου, Λίζα Λόβεν Κόνγκσλι, Γιοχάνες Κούνκε, Τζάκομπ Γκράνκβιστ
  • ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:
  • ΜΟΥΣΙΚΗ:
  • ΜΟΝΤΑΖ:
  • ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 120'
  • ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑ:
  • ΔΙΑΝΟΜΗ:
  • <ARTICLE TITLE/>

Τετραμελής οικογένεια Σουηδών απολαμβάνει ειδυλλιακές διακοπές στις γαλλικές Άλπεις, μέχρις ότου μία παρολίγον καταστροφή φέρει την... καταστροφή! Η νέα ταινία του Σουηδού Ρούμπεν Όστλαντ (υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας) δεν είναι απλώς ένα από τα πλέον ανέλπιστα διαμάντια των τελευταίων ετών που σφυροκοπά ανελέητα κάθε λογής στερεότυπο σχετικά με τα δύο φύλα και τους ρόλους τους εντός του σύγχρονου οικογενειακού πλαισίου και της καταναλωτικής κοινωνίας. Είναι μία ανατρεπτική μαύρη κωμωδία για το θάρρος τού να είναι κανείς ανεπαρκής, ενίοτε και δειλός.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Στη δεύτερη, μόλις, μέρα της στις κατάλευκες γαλλικές Άλπεις, μία οικογένεια Σουηδών, βγαλμένη θαρρείς από κατάλογο της ΙΚΕΑ, μπαίνει σε μία αναπάντεχη κρίση άνευ προηγουμένου. Αιτία, μία ελεγχόμενη (υποτίθεται) χιονοστιβάδα που λίγο έλειψε να τους καταπιεί, μαζί με τους υπόλοιπους πανικόβλητους θαμώνες στο εστιατόριο του χιονοδρομικού κέντρου.

Στα κρίσιμα εκείνα δευτερόλεπτα, η Έμπα (Λίζα Λόβεν Κόνγκσλι) κοιτάζει να προστατέψει τα δύο παιδιά της, την ώρα που ο Τόμας (Γιοχάνες Κούνκε) γίνεται καπνός αφήνοντάς τους στην τύχη τους.

Η αποφυγή της τραγωδίας μπορεί να τους ανακούφισε στιγμιαία, όμως η ενστικτώδης αντίδραση του τελευταίου να διαφύγει αδιαφορώντας για την οικογένειά του είναι κάτι που ούτε η Έμπα ούτε ο Τόμας μπορούν να καταπιούν.

Και εκεί ακριβώς ξεκινά η ιλαροτραγωδία τού να αναμετρηθούν με τις προσδοκίες τους, τόσο για τον άλλο όσο κυρίως για τον εαυτό τους.

Με αφετηρία μία ανάλογη ιστορία ενός φιλικού ζευγαριού και μία έρευνα για τα ποσοστά επιβίωσης ανδρών και γυναικών σε περιπτώσεις πολυπληθών δυστυχημάτων, ο τολμηρός Σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος των «Play» και «Involuntary», Ρούμπεν Όστλαντ, έρχεται να σμπαραλιάσει με το κοφτερό σκανδιναβικό χιούμορ του «Ανωτέρα Βία» όχι μόνο κάθε πρότυπο γύρω από το «ισχυρό» και το «αδύναμο» φύλο, αλλά τους ίδιους τους πυλώνες της πυρηνικής οικογένειας, το κύριο δηλαδή συστατικό της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας.

Σημείο-κλειδί στη σεμιναριακή του αφήγηση η έννοια της αυταπάτης, την οποία φροντίζει να φυτέψει σε διάφορα σημεία της ταινίας, απευθυνόμενος τόσο στους ήρωές του όσο και στο κοινό.

Αρχικά, μας συστήνει την οικογένεια-πρότυπο. Την αρμονική της ρουτίνα εσωκλείει υπό τις περιοδικές μελωδίες του Βιβάλντι σε ένα ειδυλλιακό χειμερινό θέρετρο, το οποίο μετατρέπεται μέσα από την ευφυή χρήση της κάμερας (αψεγάδιαστη η φωτογραφία του Φρέντρικ Βένζελ) σε κάτι που παραπέμπει περισσότερο σε βιομηχανική γραμμή παραγωγής.

Στο σημείο αυτό, οι βάσεις της οικογενειακής τους αυταπάτης έχουν ήδη στηθεί, πριν παραδοθούν στην καθοριστικότερη σκηνή της ταινίας, εκείνη του παρολίγον δυστυχήματος. Μία σκηνή, η ένταση της οποίας παραπέμπει στο πρωτόγνωρο σοκ που γνώρισαν οι θεατές της περίφημης «Άφιξης του Τραίνου στη Ciotat» των αδερφών Λυμιέρ, μίας από τις πρώτες ταινίες στην ιστορία του σινεμά που προβλήθηκε σχεδόν 120 χρόνια πριν.

Περνώντας το κομβικό αυτό σημείο, η σχέση του πρωταγωνιστικού ζεύγους τίθεται υπό ριζική αναδιαπραγμάτευση, την ώρα που οι γονεϊκοί ρόλοι τους δείχνουν εξίσου αποδιοργανωμένοι με τους συζυγικούς.

Το αστραφτερό πρότυπο του άνδρα-προστάτη φυτεύεται μονομιάς στο χιόνι, προσπαθώντας να ξεθαφτεί σπασμωδικά, μέσα από άναρθρες κραυγές απελπισμένης επίδειξης ανδρισμού και αλλεπάλληλες αρνήσεις της πραγματικότητας.

Η βαθιά ενοχή του καταρρακωμένου Τόμας για την αντανακλαστική λιποψυχία του παραμένει ορατή σε κάθε πλάνο, για να διαχυθεί σχεδόν μεταφυσικά σε όλα τα καμαρωτά ενήλικα αρσενικά με τα οποία θα τη μοιραστεί (ειδική μνεία στην θετικότατη παρουσία του Κρίστοφερ Χίβγιου από το «Game of Thrones»), καθώς η προβληματική της ταινίας εστιάζει βαθμιαία στα καντάρια θάρρους που απαιτούν αφενός η παραδοχή μιας εγγενούς αδυναμίας και αφετέρου η αναμέτρηση με τη δειλία.

Ταυτόχρονα, στον κοινό τόπο όπου συναντιούνται οι «Σκηνές από ένα Γάμο» του Μπέργκμαν με το κλινικά αποστασιοποιημένο και γεμάτο απρόσμενα σινεμά του Χάνεκε (εν προκειμένω στα γκρεμισμένα οικογενειακά θεμέλια που άφησε πίσω της η ανωτέρα βία της παρολίγον τραγωδίας), ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει περίφημα η Λίζα Λόβεν Κόνγκσλι θα πρέπει να αναλάβει το βάρος μιας εκ νέου χειραφέτησης, απαλλαγμένης από κάθε ανδρικό δεκανίκι.

Εκείνο ωστόσο που έρχεται να πιστοποιήσει τον αυστηρό έλεγχο που ασκεί στην ταινία του ο Έστλαντ, είναι η επιμονή του στην ημιτελή φύση των ηρώων του, αρνούμενος να προεξοφλήσει την κατάληξή τους.

Κι είναι ακριβώς εκεί, στο σημείο συνάντησης της μαύρης κωμωδίας με την τραγωδία, όπου ο 41χρονος Σουηδός εγκλωβίζει θαρραλέα τους ήρωές του ως το τέλος, φτάνοντας στην κορυφή της μέχρι τώρα καριέρας του.

Απολαυστικό σε κάθε αποστροφή του λόγου των χαρακτήρων του, γεμάτο υπόγεια ειρωνεία και μελετημένο πλάνο προς πλάνο, η «Ανωτέρα Βία» σπάει με κρότο τα άλατα των προσωπικών και κοινωνικών μας ψευδαισθήσεων κάνοντας απολύτως σοβαρή πλάκα με την πεπερασμένη φύση των ορίων μας, προεξοφλώντας παράλληλα το αυτονόητο: τη νομοτελειακή γελοιοποίηση όποιου τυλίγεται με τους μανδύες της νόρμας και της τελειότητας.

Loading the player ...
ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία
  • Ανωτέρα Βία