Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς ? cinemagazine.gr
18:08
4/3

Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς

Ballad for a Pierced Heart

Η νέα ταινία του Γιάννη Οικονομίδη είναι μια ιστορία απιστίας και απληστίας βγαλμένη από την σταθερή πηγή έμπνευσής του, το λούμπεν μαλακό υπογάστριο της νεοελληνικής πραγματικότητας.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Έξι χρόνια μετά το «Μικρό Ψάρι» με το οποίο έφτασε στην Μπερλινάλε, ο πιο ενδιαφέρων και συνάμα οριακός σύγχρονος κινηματογραφικός ανατόμος του νεοελληνικού αλαλούμ στήνει ένα ανατρεπτικών διαθέσεων νεο-νουάρ με την χαρακτηριστική επιθετική του διάλεκτο και πάνω κάτω τον ίδιο πυρήνα συντελεστών μπροστά και πίσω από την κάμερα. Όμως παρά τις τεταμένες χιουμοριστικές απολήξεις του τελευταίου του πονήματος, είναι η πρώτη φορά που ο Οικονομίδης δεν πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα την ως τώρα σταθερά εξελισσόμενη φιλμογραφία του. Εν μέρει επειδή η ταινία μπερδεύεται σε μια πιο ψυχαγωγική ανακύκλωση της εκφραστικής μανιέρας που σημαδεύει το οικονομιδικό σύμπαν.

«Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» ξεδιπλώνεται κατακαλόκαιρο σε μια μικρή πόλη της επαρχίας και οι ματωμένες νότες της ξεπηδούν βραδυφλεγώς όταν η Όλγα (Βίκυ Παπαδοπούλου) όχι μόνο παρατάει τον ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου Ηρακλή (Γιάννης Τσορτέκης) για χάρη του ξοφλημένου λαϊκού τραγουδιστή Μάνου (Βασίλης Μπισμπίκης), αλλά σηκώνει φεύγοντας από τη συζυγική εστία ένα εκατομμύριο ευρώ. Φυσικά ακολουθεί η αιματηρή κόντρα των δύο αντίζηλων στην οποία μπλέκουν πολλοί: από πληρωμένοι εκτελεστές μέχρι τις αδίστακτες μαμάδες του Ηρακλή και του Μάνου.

Αταλάντευτος στο μπρουτάλ καθρέφτισμα μιας πραγματικότητας που η ελληνική κοινωνία προτιμά να λοξοκοιτά μέσα από memes και βιντεάκια που εμπνέουν οι πιο viral σκηνές του, ο Οικονομίδης της «Μπαλάντας» αποφασίζει μια κοφτή στροφή προς τη μαύρη κωμωδία. Τη μανούβρα αυτή διανθίζει με κρυφο-ρετρό μουσικές σφήνες του συνθέτη Ζαν-Μισέλ Μπερνάρ (έχει δουλέψει μεταξύ άλλων στα «Hugo» και «The Grand Budapest Hotel») και επιχειρεί να τη δέσει με εκείνη την ωμότητα που ξάφνιασε στο «Σπιρτόκουτο» και στην «Ψυχή στο Στόμα», η οποία στην πορεία αφομοιώθηκε σημαντικά στον πιο εσωτερικό «Μαχαιροβγάλτη» πριν καταλήξει οργανικό μέρος εκείνης της τολμηρής genre απόπειρας που λέγεται «Μικρό Ψάρι».

Για άλλη μια φορά ο Οικονομίδης αποδεικνύεται μάστορας στην ενσωμάτωση ηθοποιών στον κόσμο του

Η συνοχή αυτού του δεσίματος ωστόσο σηκώνει συζήτηση. Για αρκετή ώρα στη μέση της ταινίας η πλοκή κρεμάει σε χρόνους και κατακερματίζεται με μια επί μακρόν παράλληλη αφήγηση και ένα κάπως άβολο μοντάζ. Σε αυτό το κρίσιμο διάστημα πρωταγωνιστής γίνεται η ατάκα, η οποία όσο κι αν αποδίδει σε ευρηματικότητα και στόχευση, καταλήγει να στέκει πάνω από μια ιστορία και τους χαρακτήρες της που μοιάζουν να την περιμένουν υπομονετικά να δώσει το οκ για τη συνέχεια.

Έπειτα είναι οι συμπληρωματικοί χαρακτήρες τους οποίους βλέπουμε να έχουν μικρή ή καθόλου συνεισφορά στην πλοκή πέραν από το ότι τους υποδύονται φιγούρες σύμφυτες με το οικονομιδικό σύμπαν (ένας εξ αυτών ο σπουδαίος Βαγγέλης Μουρίκης). Ίσως αυτό το τελευταίο να υποδηλώνει διάθεση ανατρεπτική, όμως το στοιχείο της έκπληξης εξασθενεί όταν δευτεραγωνιστές βγαίνουν ξαφνικά μπροστά δίχως να νιώθουμε πως έχει υπάρξει ικανή προεργασία για αυτό, ή όταν η επιβίωση ενός κεντρικού χαρακτήρα δεν στοιχειοθετείται από το νουάρ dna και τον γκροτέσκο ρεαλισμό της ιστορίας. Τουλάχιστον με δεδομένο ότι αναφερόμαστε σε έναν μικρόκοσμο στα κόκκινα, στον οποίο όταν οι κάννες αποφασίσουν να πάρουν φωτιά, τα πτώματα θα αρχίσουν να στοιβάζονται με ρυθμούς σκορτσεζικού «Πληροφοριοδότη».

Τα παραπάνω μπορεί να περιορίζουν την «Μπαλάντα», δεν την οδηγούν ωστόσο σε κατάσταση σιγής. Για άλλη μια φορά ο Οικονομίδης αποδεικνύεται μάστορας στην ενσωμάτωση ηθοποιών στον κόσμο του, ανεξάρτητα από το βαθμό εξοικείωσης ή την εμπειρία τους. Και εκείνοι με τη σειρά τους γίνονται ένα με το οριακό σώμα μιας ταινίας με τόσο έντονο χαρακτήρα που υπό άλλα δεδομένα θα μπορούσε να τους καταπιεί. Όμως ο Βασίλης Μπισμπίκης, στην πρώτη του συνεργασία με τον Κύπριο σκηνοθέτη ανταποκρίνεται με την άνεση κάποιου που ζούσε από καιρό εδώ, αν όχι από το «Σπιρτόκουτο» τουλάχιστον από την «Ψυχή στο Στόμα» και έπειτα. Ομοίως για τον Γιάννη Τσορτέκη, τον αντίζηλο που από κοψιά και μόνο μοιάζει σε κάθε του σκηνή να συγχωνεύει τις παθογενείς ελληνικές εκδοχές των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, ενώ από κοντα ακολουθούν όχι μόνο η Βίκυ Παπαδοπούλου στο ρόλο της λούμπεν femme fatale και ο έμπειρος πια Στάθης Σταμουλακάτος.

Και βέβαια έχουμε τις ελληνίδες μάνες του «στα ‘λεγα εγώ» (φουριόζες οι πρωτοεμφανιζόμενες Βασιλική Καλλιμάνη και Σοφία Κουνιά στους αντίστοιχους ρόλους) που συναντούν σε τραγελαφικές συχνότητες την made in Greece αρρενωπότητα του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ» και το φαληρημένο επιχειρείν της κακιάς ώρας. Ένα τρίπτυχο κομβικό, που υπενθυμίζει τις πάγια αιχμηρές προθέσεις οι οποίες ορίζουν το σινεμά του Οικονομίδη εξίσου έντονα με την (νεο)ελληνικότητά του.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς
  • Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς