Σκοτεινά Νερά ? cinemagazine.gr
17:26
4/3

Σκοτεινά Νερά

Dark Waters

Δικηγορικό δράμα που ξεφεύγει από την κοινή ακαδημαϊκή καταγγελία και κατακτά εμβέλεια, ενίοτε, ανθρώπινα συγκλονιστική.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Αν η κινηματογραφική κριτική προτιμήσει να δει ότι τα «Σκοτεινά Νερά» είναι μια επανεκκίνηση μετά το φιλόδοξο «Δωμάτιο των Θαυμάτων» είναι μια διασκεδαστική παράμετρος. 25 χρόνια πριν όμως ο Τοντ Χέινς είχε πρωτοασχοληθεί με την επίδραση του ρυπαρού περιβάλλοντος στον άνθρωπο. Στο «Safe», μέσω μιας εντυπωσιακής Τζούλιαν Μουρ, περιέγραψε την ιδιοπαθή περιβαλλοντική δυσανεξία, την κατάσταση κατά την οποία το άτομο μοιάζει να καταρρέει αλλεργώντας συνολικά στο περιβάλλον του.

Το ερώτημα στα «Σκοτεινά Νερά» είναι αν η ιστορία του Ρόμπερτ Μπίλοτ, που ακόμα κυνηγάει σταυροφορικά την εταιρεία DuPont (που πλέον ανήκει σε εταιρεία άλλης επωνυμίας) για την υπόθεση του Teflon, αποτυπώνεται στο συνταρακτικό και πολλαπλά φαρμακερό της μέγεθος. Η απάντηση είναι θετική και, για εκείνους που ψάχνουν και τον auteur-ισμό του πράγματος, πιο ικανοποιητική απ' όσο αρχικά φαίνεται.

Τα (πιο) σημαντικά όμως πρώτα. Στα τέλη της δεκαετίας του '90 ένας κτηνοτρόφος από το Πίτσμπεργκ ζήτησε από τον Μπίλοτ να μελετήσει την ιστορία του. Τα ζώα του παρουσίαζαν αλλοίωση συμπεριφοράς, είχαν σωματικές παραμορφώσεις και πέθαιναν ανεξήγητα. Το παρακείμενο εργοστάσιο της DuPont, της κολοσσιαίας εταιρείας χημικών που από την δεκαετία του '30 ανακάλυψε το υπερφθορο-οκτανοϊκό οξύ (το καταστροφικό Teflon, το «αιώνιο χημικό» που ξέρουμε όλοι απ' τα τηγάνια μας και περιέχουμε στο αίμα μας), άφηνε επί δεκαετίες απόβλητα στο διπλανό ποτάμι μολύνοντας το νερό που έπιναν τα ζώα - και οι άνθρωποι. Εργαζόμενοι στην εταιρεία και κάτοικοι της περιοχής εμφάνισαν συγκεκριμένα είδη καρκίνων και οργανικές παθολογίες που η εταιρεία γνώριζε και αποσιωπούσε. Όλα αυτά βγήκαν στην επιφάνεια από την έκκληση του κτηνοτρόφου (που πέθανε από καρκίνο πριν λίγα χρόνια) και την κανονική σταυροφορία, με σοβαρό προσωπικό τίμημα, του Ρόμπερτ Μπίλοτ, ενός δικηγόρου που αρχικά ήταν υπερασπιστής εταιρειών χημικών.

Ο Χέινς παρασκευάζει θαυμαστά ένα μίγμα ανευόδωτης εμμονής, συνταρακτικού νοιαξίματος για τον άνθρωπο και περιρρέουσας ματαιότητας

Όπως λέγαμε και την περασμένη εβδομάδα με αφορμή τον «Αγώνα για Δικαιοσύνη», ιστορίες τέτοιας κοινωνικής βαρύτητας, τόσο ξεδιάντροπης περίστασης που άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά το κέρδος έναντι του καλού του κοινωνικού συνόλου, είναι αήττητες κριτικής επί του περιεχομένου. Η κινηματογραφική όμως διάσταση είναι το ζητούμενο. Και ο Τοντ Χέινς υπερτερεί εκεί που το έργο του Ντέστιν Κρέτον, σχετικά, υστερεί. Ο πρώτος και βασικός λόγος είναι το σενάριο που έχει στη διάθεσή του. Ο Μάθιου Κάρναχαν (αδελφός του σκηνοθέτη Τζο του καλού «Narc» και του έξοχου «The Grey») είναι φτασμένος σεναρίστας με πείρα από το «Λέοντες αντί Αμνών» και το «State of Play», αμφότερα δηλωτικά της επίγνωσής του σε θέματα διαφθοράς υψηλών κλιμακίων και οδυνηρής κοινωνικής αιχμής. Κι έχει παραδώσει ένα σενάριο διαλόγων και χαρακτήρα. Η ιστορία εξελίσσεται αργά, ωρολογιακά. Η καταγγελία αφήνεται να εννοηθεί αντί να ειπωθεί. Οι ευκολίες, χωρίς να λείπουν, μαρτυρούν τον πόθο των δημιουργών να κατανοήσει κάθε θεατής το διακύβευμα. Ένα έγκλημα διαστάσεων που δεν θα συρρικνωθούν ποτέ. Όπως και με άλλες ανθρώπινες εκφάνσεις, που αποδεικνύουν την ανθρώπινη ζωή αμελητέα, οι (δικαιωτικές) δικαστικές αποφάσεις δεν ανασταίνουν, δεν αποκαθιστούν.

Ακριβώς αυτή τη ματαιότητα συλλαμβάνει ο Χέινς στον τόνο του έργου. Πρώτος του βοηθός αυτός ο αθόρυβα γιγάντιος Μαρκ Ράφαλο (που είναι και στην παραγωγή) στον ρόλο του Μπίλοτ. Ο Ράφαλο είναι ο ηθοποιός που μπορεί να κουμπωθεί, να συστραφεί, να σκύψει, να στραβώσει, αφανώς συντετριμμένος από κάτι που αντιλαμβάνεται και ουδείς άλλος μπορεί να διανοηθεί. Κι αντί να μείνει στο ήδη σπουδαίο ότι επικοινωνεί κάτι τόσο δύσκολο συνεχίζει με μια εξωφρενικά υποδηλωμένη επιμονή να επιδιώκει τη πρόοδο και, ίσως, τη λύση. Το έκανε καταπληκτικά στο «Zodiac», το κάνει και πάλι εδώ. Λίγο αλλιώς. Λίγο πιο «φιλικά» στον θεατή. Με σκηνές όπως ενός βλέμματος από μακριά με το πρόσωπο παραμορφωμένο από την συνειδητοποίηση αυτού που λέγαμε παραπάνω, της αντιμετώπισης ενός «Μπάκι» (θα καταλάβετε) κι ενός απολογούμενου Θηρίου που βλέπει τους ανθρώπους σαν «υποδοχείς».

Ο Χέινς, για να επιστρέψουμε, τα παίρνει όλ' αυτά, τα συγκρατεί με μέτρο πραγματικό, τα αφήνει να αναπνεύσουν (ακόμα κι όταν δεν χρειάζεται - η Αν Χάθαγουεϊ είναι συνεχιζόμενα μέτρια σ' έναν υπανάπτυκτο χαρακτήρα) και τα περιλούζει μ' ένα μίγμα ανευόδωτης εμμονής, συνταρακτικού νοιαξίματος για τον άνθρωπο και περιρρέουσας ματαιότητας. Κι είναι ακριβώς αυτός ο τόνος που διαφοροποιεί τα «Σκοτεινά Νερά» από το τυπικό δικηγορικό θρίλερ «σκοπού», ευγενούς βέβαια, που είναι μια ταινία σαν τον «Αγώνα για Δικαιοσύνη». Οι όποιες άλλες αδυναμίες είναι για τα αστεράκια, όχι για εμάς που έργα σαν αυτά κρίνονται απαραίτητα, έστω και «απλά» για την υπενθύμιση/κατανόηση ενός ανίερου status quo.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Σκοτεινά Νερά
  • Σκοτεινά Νερά