Πόνος και Δόξα

Dolor y Gloria

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Ισπανία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Πέδρο Αλμοδόβαρ
    ΣΕΝΑΡΙΟ:Πέδρο Αλμοδόβαρ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Αντόνιο Μπαντέρας, Πενέλοπε Κρουζ, Ασιέρ Ετσεαντία, Χουλιέτα Σεράνο
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:Χοσέ Λουίς Αλκέν
    ΜΟΥΣΙΚΗ:Αλμπέρτο Ιγκλέσιας
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 113'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Odeon
    <ARTICLE TITLE/>

Με αφοπλιστική αυτοβιογραφική διάθεση, σενάριο και σκηνοθεσία που προδίδουν την ωριμότητα του ανθρώπου που κρύβεται πίσω τους και τον Αντόνιο Μπαντέρας στην ωραιότερη (και βραβευμένη στο πρόσφατο Φεστιβάλ Καννών) ερμηνεία της καριέρας του, ο Ισπανός δημιουργός μεταμορφώνει την 21η ταινία του σε ένα από τα στολίδια της φιλμογραφίας του.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Λίγο πριν εισχωρήσει στο κατώφλι των 70 του χρόνων, και έχοντας αποχαιρετήσει οριστικά τον χαρακτηρισμό του enfant terrible που τον συνόδευε για μεγάλο μέρος της σκηνοθετικής του πορείας, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ συγκεντρώνει τα φαντάσματα, τις εμμονές και τος φοβίες του, τον απόηχο των παλιότερων ταινιών του και τις ανεπούλωτες ψυχολογικές πληγές του σε ένα ξεκάθαρα αυτοαναφορικό φιλμ βραδείας συναισθηματικής καύσεως.

Όλα αυτά θα ξετυλιχθούν ήρεμα και αβίαστα, με μια συγκρατημένη μελαγχολία και μια ευλογημένη νοσταλγία για όλα εκείνα τα πράγματα που παραμένουν αναλλοίωτα και διαρκώς παρόντα στη ζωή, είτε ως υπενθύμιση είτε ως απαραίτητο υστερόγραφο: η ανεξίτηλη ανάμνηση της μητρικής φροντίδας, το πρώτο συνταρακτικό ερωτικό σκίρτημα. οι κινηματογραφόφιλες αναστατώσεις, τα σημάδια από τις σφοδρές αγάπες, η συνειδητή επιλογή της μοναξιάς ως μια πράξη ενδοσκόπησης και ξεκαθαρίσματος προσωπικών λογαριασμών.

Ευλογημένη νοσταλγία για όλα εκείνα τα πράγματα που παραμένουν αναλλοίωτα και διαρκώς παρόντα στη ζωή, είτε ως υπενθύμιση είτε ως απαραίτητο υστερόγραφο

Στο «Πόνος και Δόξα» («Dolor y Gloria») ο Αλμοδόβαρ χρησιμοποιεί το φιλμ ως ένα θεραπευτικό εργαλείο ψυχανάλυσης και το στρέφει πρωτίστως στον εαυτό του. Όπως εκείνος, έτσι και ο ήρωάς του είναι ένας εξηντάρης σκηνοθέτης σε οικειοθελή αναχώρηση από τον πρότερο δημόσιο βίο του, με φανερές επάνω του τις φθορές του χρόνου και σε δημιουργικό αδιέξοδο. Αποτραβηγμένος στο πολύχρωμο διαμέρισμά του (που δεν είναι άλλο από το σπίτι του ίδιου του Αλμοδόβαρ), και με εύθραυστη πλέον υγεία, ο Σάλβε δέχεται πρόσκληση από την Ταινιοθήκη της Μαδρίτης να παραστεί στην προβολή μιας αποκατεστημένης ταινίας από τα πρώτα του σκηνοθετικά βήματα. 

Κι αυτό το γεγονός στέκεται η αφορμή για να συναντήσει ξανά τον τότε πρωταγωνιστή του, με τον οποίο παρέμεναν για δεκαετίες αποξενωμένοι, να ζητήσει στα ναρκωτικά προσωρινή ανακούφιση από τη φυσική του καταπόνηση, να δεχτεί επίσκεψη από έναν πάλαι ποτέ μεγάλο του έρωτα και να πραγματοποιήσει, συχνά με τη βοήθεια της χημείας, μια σειρά από σύντομα νοητικά ταξίδια στα παιδικά του χρόνια. Όταν, μεγαλώνοντας με την ακούραστη και στωική μητέρα του σε ένα φτωχικό σπίτι, χτισμένο στο εσωτερικό μιας σπηλιάς, ήρθε σε επαφή με τα πρώτα ερεθίσματα που θα τον διαμόρφωναν μετέπειτα ως άνθρωπο και ως καλλιτέχνη. 

Φυσικά τα γεγονότα που διηγείται το φιλμ δεν παραπέμπουν ξεκάθαρα στα βιώματα του Αλμοδόβαρ, αλλά αποτελούν μυθοπλαστικά είδωλα της ζωής του. Μια πιστή αυτοβιογραφική κατάθεση ίσως να μην είχε, άλλωστε, και πολύ νόημα από μέρους του σκηνοθέτη δεδομένου ότι αρκετά συχνά στη φιλμογραφία του επιχείρησε παρόμοιες αναφορές. Αυτό που έχει πραγματικά σημασία στην ταινία είναι ο νηφάλιος και εγκρατής τρόπος με τον οποίο ο Αλμοδόβαρ σκιαγραφεί το ψυχολογικό πορτρέτο του alter ego του, μέσα από φαινομενικά ασήμαντα και καθημερινά συμβάντα τα οποίο όμως λειτουργούν ως υπόγειες δονήσεις σε εκείνον και στο κοινό, μέχρι τη στιγμή που θα εκτονωθούν συγκινησιακά.

Ένα ειλικρινές συναισθηματικό ξεγύμνωμα το οποίο ο Αλμοδόβαρ επιχειρεί με αγάπη και εμπιστοσύνη στο κοινό του

Βοηθά οπωσδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση η πραγματικά θαυμάσια ερμηνεία του Αντόνιο Μπαντέρας, αγαπημένου πρωταγωνιστή του σκηνοθέτη σε διαφορετικές περιόδους της καριέρας του, όπως και η σοφία με την οποία ο Αλμοδόβαρ κλιμακώνει ανεπαίσθητα την αφήγησή του, οδηγώντας το φιλμ σε ένα υπέροχο τελευταίο ημίωρο. Εκεί όπου ο μικρός Σάλβε θα βρεθεί συγκλονισμένος για πρώτη φορά μπροστά στο θέαμα ενός γυμνού αντρικού κορμιού, ένα πολύτιμο σημείωμα θα συναντήσει μετά από πολύ καιρό τον παραλήπτη του, τα φαντάσματα θα μετακομίσουν από το μυαλό του σκηνοθέτη για να πάρουν μεγαλειωδώς θέση μπροστά από την κάμερά του και η ζωή θα δείξει και πάλι μαγικά τον δρόμο στην καλλιτεχνική έκφραση. 

Το «Πόνος και Δόξα» γίνεται ένα ειλικρινές συναισθηματικό ξεγύμνωμα το οποίο ο Αλμοδόβαρ επιχειρεί με αγάπη και εμπιστοσύνη στο κοινό του. Ξέρει πως όσοι τον γνωρίζουν καλά μέσα από το έργο του δεν θα τον κρίνουν εδώ ως αυτάρεσκο, θα σεβαστούν την εσωστρέφειά του και θα καλοδεχτούν τη μεταστροφή του από άγριο κινηματογραφικό νιάτο σε έναν δημιουργό ώριμο και ταυτόχρονα ευάλωτο, που επιθυμεί να ψιθυρίζει πλέον τα πάθη του και ο οποίος αγκαλιάζει αρχοντικά την ηλικία του.

Το σημαντικότερο δώρο που προσφέρει, όμως, εδώ ο Αλμοδόβαρ είναι κάτι το οποίο χρειάστηκε να μεγαλώσει προκειμένου να αντιληφθεί και να μετουσιώσει σε σινεμά: Είναι η ανάγκη της παραδοχής και της συμφιλίωσης. Παραδοχής με το παρελθόν που ως μυστηριώδες και απρόβλεπτο πλάσμα πάντα θα μας ακολουθεί σαν σκιά και πάντα θα μας στοιχειώνει. Και συμφιλίωσης μαζί του, ως ο καλύτερος τρόπος για να βρεθεί κανείς επιτέλους κοντά στο πιο αυθεντικό και μονάκριβο κομμάτι του εαυτού του. Το «Πόνος και Δόξα» είναι η γλυκόπικρη μαρτυρία μιας τέτοιας συμφιλίωσης. 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Πόνος και Δόξα
  • Πόνος και Δόξα