Το Βαμμένο Πουλί ? cinemagazine.gr
17:45
4/3

Το Βαμμένο Πουλί

The Painted Bird

Εξόφθαλμα καλλιτεχνικό σινεμά αργών ρυθμών, θεματικού βάρους κι αφηγηματικής ισχύος, που αμβλύνεται λόγω τυπικών του σινεμά που υπηρετεί χαρακτηριστικών. Οι λάτρεις, ωστόσο, θα αποζημιωθούν με το παραπάνω.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ο 60χρονος Τσέχος Βάκλαβ Μάρχουλ, στην μόλις τρίτη ταινία του, χτυπάει φλέβα στο φεστιβαλικό κύκλωμα και την διεθνή κριτική με την κινηματoγραφική ανάγνωση ενός από τα πιο φημισμένα αλλά και αμφιλεγόμενα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα, «Το Βαμμένο Πουλί» του Γέρζι Κοζίνσκι. Ο Πολωνο-αμερικανός συγγραφέας, όσο τιμήθηκε κατά την έξοδο του μυθιστορήματος το 1965, άλλο τόσο σπιλώθηκε σε επόμενα χρόνια κατηγορούμενος από παραχάραξη της ιστορίας μέχρι αντιγραφή - μιας και το χαρτί της αυτοβιογραφικότητας παίχτηκε τον πρώτο καιρό της έκδοσης του βιβλίου.

Οι κακουχίες της ιστορίας κάνουν τον Ινιάριτου να μοιάζει κυριακάτικο πρωινό

Η οποία, αμφισβητούμενη, αυτοβιογραφικότητα αφορά στην κυριολεκτική οδύσσεια ενός νεαρού αγοριού στην εμπόλεμη Ανατολική Ευρώπη του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, που χωρίζεται από την οικογένειά του και, θεωρούμενος από τσιγγάνος έως Εβραίος, υπόκειται απίθανη σειρά κακοποιήσεων, γίνεται μάρτυρας τρομερών βιαιοτήτων, συλλαμβάνεται από τους Ναζί, πέφτει στα χέρια των Σοβιετικών, στην (αφελή) αγκαλιά της Εκκλησίας, αλλά και την «αγκαλιά» ανδρών και γυναικών που το κακοποιούν ποικιλοτρόπως. Μόνο ένας από αυτούς, που θα δώσει και το όνομα της ιστορίας, ένας χωρικός που πιάνει πουλιά, θα του συμπεριφερθεί ανθρώπινα. Και θα του αποδείξει, μ' ένα πουλί που θα του βάψει τα φτερά και θα το επιστρέψει στους ιπτάμενους συντρόφους του (που θα το κατασπαράξουν), ότι η Φύση (και οι άνθρωποι, δυστυχώς) δεν καλοδέχονται το διαφορετικό.

Αν υπάρχει ένα πρόβλημα κινηματογραφικού χαρακτήρα (διότι λογιών ιδεολόγοι θα απορρίψουν το έργο), ιδίως για εκείνον που πρέπει να «προσηλυτισθεί» στις τάξεις ενός διαφορετικού σινεμά σπουδής φαινομένων, οντολογικής βαρύτητας και ανθρώπινου ειδικού βάρους, είναι η art house αισθητική δογματικότητα του Μαρχούλ. Που υιοθετεί έναν τόσο αργό ρυθμό και μια τέτοια, σχεδόν παντελή, έλλειψη διαλόγου που αυτομάτως διαλαλεί πως απευθύνεται σε ορκισμένους σινεφίλ, τέλεια αδιαίρετης προσοχής. Κι έτσι πάντως, πρέπει να είσαι αρκετά συγχωρητικός στην γενική υπερβολή της ιστορίας (οι κακουχίες της κάνουν τον Ινιάριτου να μοιάζει κυριακάτικο πρωινό), στην ειδική γκροτέσκ υπερδήλωση (ένας Ούντο Κίερ κι ένα κουτάλι φροντίζουν γι' αυτό), στην μάλλον αχρείαστη διάρκεια των 160 λεπτών (η επικότητα δεν είναι πάντα θέμα πραγματικού χρόνου) και, όπως το δει κανείς, στην (σχεδόν) μισανθρωπική όψη, αποκρουστικών βέβαια, κεφαλαίων της ανθρώπινης ιστορίας.

Η αφηγηματική πλαστικότητα και ένταση ενός θέματος σπονδυλωτής δομής μαγνητίζει

Αν όμως αντέξεις την αδυσώπητη ματιά και την αγριότητα του θέματος (αρκετός κόσμος στη Βενετία αποχωρίστηκε τη θέση του στην αίθουσα), η αφηγηματική πλαστικότητα και ένταση ενός θέματος σπονδυλωτής δομής, μαγνητίζει. Οι αναφορές του Μαρχούλ είναι τόσο ευρείες που σε εγκλιματίζουν σε σπουδαία συντροφιά - ο Ταρκόφσκι, ο Ταρ και ο Γιαντσό (αλλά με ντεκουπάζ), ο Κλίμοφ, ο συναισθηματισμός και η τεχνική βιρτουοζιτέ ενός Σπίλμπεργκ, η σεναριακή λογική ενός Κιούμπρικ στο «Full Metal Jacket»... Ο Μαρχούλ είναι πληροφορημένος, ποτέ μιμητικός, κι έστω και αν η επιτηδευμένη επιλογή του ασπρόμαυρου οριοθετεί το σινεμά του σ' αυτήν την «παράλογη» (και όψιμη) κατηγορία του στιλιζαρισμένου νεορεαλισμού, δεν γίνεται ποτέ ψευδεπίγραφος, δεν διολισθαίνει στην προβοκάτσια. Αρωγός του, σε πρακτικά βωβούς ρόλους, ένα ανώτερο διεθνές καστ αποτελούμενο από τον Χάρβεϊ Καϊτέλ, τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ, τον Τζούλιαν Σαντς, τον Ούντο Κίερ και τον Μπάρι Πέπερ που πλαισιώνουν τον τέλειο μικρό Πετρ Κότλαρ.

Τελικά, η οδύσσεια αυτή βαδίζει με την βεβαιότητα του, κατά Τσαρλς Λότον και της «Νύχτας του Κυνηγού», «παιδιού που αντέχει», θέλοντας όμως παράλληλα και σημαντικότερα να μιλήσει για το Παιδί όχι πια σαν την αθωότητα που θρυμματίζεται σε άγρια εμπειρία, αλλά για την ανθρωπότητα (που περιέχει την αθωότητα ακόμα και σαν λέξη...) που δεινοπαθεί και μεταλλάσσεται. Μόνη χαραμάδα, αναφυόμενη στο φερέλπιδο φινάλε, να θυμάσαι τ' όνομά σου, από που έρχεσαι αλλά, ακόμα πιο πολύ και για όλους μας, πώς υπήρξαμε προτού η λογιών βαρβαρότητα κυκλώσει κατακλυσμικά κάθε έναν από μας. 

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Το Βαμμένο Πουλί
  • Το Βαμμένο Πουλί