Το Χρυσό Γάντι

The Golden Glove

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2019
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Γερμανία/Γαλλία
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Φατίχ Ακίν
    ΣΕΝΑΡΙΟ:Φατίχ Ακίν
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ:Γιόνας Ντάσλερ, Μαργκαρέτε Τίσελ, Χαρκ Μπομ, Μαρκ Χόσμαν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ράινερ Κλάουσμαν
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 115'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Rosebud.21
    <ARTICLE TITLE/>

Η πιο άγρια παρεξηγημένη ταινία του Φατίχ Ακίν αποτελεί ταυτόχρονα και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες που έχει υπογράψει στη μέχρι τώρα καριέρα του.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Με το «Χρυσό Γάντι», και την αναπαράσταση της βασισμένης σε αληθινά συμβάντα δράσης ενός δολοφόνου γυναικών στο Αμβούργο των μέσων της δεκαετίας του '70, ο Φατίχ Ακίν πραγματοποίησε μια κινηματογραφική χειρονομία θάρρους που ήταν γραπτό να αποξενώσει μεγάλη μερίδα του κοινού. Η υποδοχή που επιφυλάχθηκε στην ταινία δεν ήταν, ωστόσο, απλώς αρνητική. Ήταν θυμωμένη και εχθρική, θαρρείς και ο σκηνοθέτης έπρεπε να τιμωρηθεί για κάποιο φιλμικό «έγκλημα» που υποτίθεται ότι διέπραξε. Όχι επειδή επέλεξε να μην απαλύνει τις πιο ειδεχθείς λεπτομέρεις των όσων αφηγείται το φιλμ του, αλλά γιατί η βία την οποία απεικονίζει είναι αναπολογητική, άνευ βολικών αιτιοτήτων και στραμμένη αποκλειστικά εναντίον γυναικών, γεγονός αυτόματα στηλιτεύσιμο στους πολιτικά ορθούς καιρούς που διανύουμε.

Κι όμως, το «Χρυσό Γάντι» δεν ενδιαφέρεται να απαριθμήσει τα αποκρουστικά έργα και ημέρες ενός τερατόμορφου «δράκου» με σκοπό να προκαλέσει. Ιστορίες για κατά συρροήν δολοφόνους μας έχει διηγηθεί το σινεμά ουκ ολίγες φορές, πότε για να εξυπηρετήσει πλοκές τρόμου και αστυνομικού μυστηρίου και πότε επιχειρώντας να αντλήσει ένα ευρύτερο κοινωνικό σχόλιο για μια δεδομένη χρονική στιγμή. Στην ταινία του ο γερμανοτουρκικής καταγωγής σκηνοθέτης νοιάζεται για το δεύτερο: το σκιαγράφημα ενός απεγνωσμένου κόσμου που έχει μηδενίσει κάθε προοπτική και ελπίδα. Την επώδυνη ενατένιση ενός βούρκου στον οποίο επιπλέουν απόκληροι του λούμπεν προλεταριάτου της εποχής, απομεινάρια μιας άδοξης μεταπολεμικής γενιάς η οποία αναμειγνύει την ανυπαρξία της με τους πυκνούς καπνούς και τα βαριά αλκοολούχα ποτά ενός κακόφημου ποτάδικου, περιμένοντας πότε θα χαθεί.

Το όνομα του μπαρ, που εμπνέει και τον τίτλο του φιλμ, είναι «Το Χρυσό Γάντι»: Ένα αποπνικτικό καταγώγιο, σε μια από τις πιο κακόφημες και γεμάτες χαμαιτυπεία συνοικίες της πόλης, στο οποίο ξημεροβραδιάζονται όλοι οι ξεγραμμένοι, οι περιθωριακοί, οι μοναχικοί και οι παραβατικοί- τα κομμάτια ενός υπόγειου κόσμου που δεν βρίσκει θέση στη γερμανική καθημερινότητα του '70 η οποία θέλει πάση θυσία να ξεχάσει τα δικά της ιστορικά εγκλήματα.

Ο Φατίχ Ακίν χτίζει μια γέφυρα επικοινωνίας με το σινεμά των καταραμένων που μοναδικά ανύψωσε ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ

Ανθρωπόμορφο κτήνος στα έγκατα αυτού του υπόκοσμου είναι ο Φριτς Χόνκα. Στο μικροσκοπικό και μιαρό διαμέρισμά του στριμώχνει παρηκμασμένες ιερόδουλες που ψαρεύει κακήν-κακώς από το μπαρ, συνήθως με την υπόσχεση λίγου παραπάνω αλκοόλ ή μιας πρόσκαιρης συντροφιάς ή ακόμη και μιας στέγης για να περάσουν τη νύχτα. Με το παραμορφωμένο παρουσιαστικό του δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Με το διαταραγμένο μυαλό του δεν βρίσκει τρόπο να τους συμπεριφερθεί παρά ξεσπώντας αιματηρά επάνω τους τις δικές του στερήσεις. Τις εξετευλίζει, τις κακοποιεί σεξουαλικά και στο τέλος τις σφαγιάζει, όχι πάντα με αυτή τη σειρά. Για να εξαφανίσει κάθε ίχνος των αποτρόπαιων φονικών του, στη συνέχεια τεμαχίζει τα πτώματα και στοιβάζει τα κομμάτια, σε σακούλες, μέσα σε μια δυσώδη τρύπα που βρίσκεται στον τοίχο.

Την ίδια ώρα φαντασιώνεται για τον εαυτό του να ερωτοτροπεί με ένα νεαρό κορίτσι αγγελικών χαρακτηριστικών που έτυχε να ρίξει μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος του. Η ιδέα αυτού του κοριτσιού γίνεται η ψύχωση και ενδεχομένως το απατηλό του όνειρο για μια «φυσιολογική» ζωή, έναν εξαγνισμό του. Η αδυναμία του, όμως, να το πραγματώσει τον οπλίζει με ακόμη μεγαλύτερη μανία.

Ο Ακίν ακολουθεί από κοντά τον γκροτέσκο αυτό άντρα, στο μπαρ όπου «ψωνίζει» τα θύματά του και μετά στο φρικιαστικό διαμέρισμά του. Δεν καταφεύγει σε εύκολες χαρακτηρολογίες για να δικαιολογήσει τις πράξεις του. Ο Φριτς Χόνκα δεν είναι παρά μια ακόμη φιγούρα αυτού του κόσμου, του τόσο αποκτηνωμένου ώστε αδυνατεί να αναγνωρίσει στο πρόσωπό του τον αυτουργό των εγκλημάτων που τρομοκρατούν την πόλη. Τα άμοιρα θύματά του, έπειτα, κανείς δεν τα γυρεύει. Αδειάζονται παραιτημένα στα τραπέζια του μπαρ, τύφλα στο μεθύσι, παραδομένα στα υποτιμητικά σχόλια των άλλων. Δεν ανήκουν κάπου. Γι΄αυτό και δεν λείπουν σε κάποιον.

Μια βουτιά με το κεφάλι σε έναν ανθρώπινο υπόνομο που υπόσχεται μόνο φρίκη

Ο Ακίν θα δείξει συμπόνοια για τις γυναίκες αυτές. Θα συλλάβει την απελπισία τους και θα απεικονίσει λεπτομερώς τις τελευταίες βασανιστικές τους στιγμές, γιατί έτσι ίσως δώσει λίγο βάρος στην απώλειά τους. Τα όσα εικονογραφεί θα προκαλέσουν δυσφορία. Όμως δεν γίνεται διαφορετικά. Οι άτυχες αυτές γυναίκες δεν πρέπει να ξεχαστούν, έστω και την ύστατη στιγμή του χαμού τους. Ο Χόνκα θα γίνει ο μοιραίος καταλύτης για να τις γνωρίσουμε. Ένας φορέας βαρβαρότητας, επειδή δεν έμαθε ποτέ αλλιώς. Ένα σκαιό πλάσμα το οποίο ανταποδίδει τη σκληρότητα και περιφρόνηση που έχει εισπράξει με ακόμη περισσότερη σκληρότητα και περιφρόνηση. Όχι ένα κοινωνιολογικό μοντέλο προς μελέτη αλλά ένα ζωντανό κομμάτι μιας πραγματικότητας που γεννά τέρατα και μετά τα αφήνει ορφανά να περιπλανιούνται. Έτσι τον αντικρίζει ο σκηνοθέτης. Έτσι τον υποδύεται και ο Γιόνας Ντάσλερ, με μια αξιοθαύμαστη ερμηνεία που εξαφανίζει κάθε φωτογένεια του 23χρονου ηθοποιού προκειμένου να συλλάβει με κάθε σημείο του σώματός του την απόλυτη ναυτία, τη ρήξη με καθετί ανθρώπινο και σπλαχνικό.

Προς τιμήν του, και παρά τη σχηματική λογική πολλών δημιουργιών του, ο Φατίχ Ακίν είναι ένας σκηνοθέτης που δοκιμάζει με κάθε νέο του εγχείρημα και κάτι διαφορετικό. Πάντα ξεκινά, όμως, με γνώμονα την ανάγκη του να διηγηθεί μια ιστορία, ακόμη κι αν δεν το καταφέρνει στην εντέλεια πολλές φορές. Εδώ παίρνει ένα βιβλίο έρευνας του δημοσιογράφου Χάινς Στρανκ και μέσω αυτού χτίζει μια γέφυρα επικοινωνίας με το σινεμά των καταραμένων που μοναδικά ανύψωσε ο Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ. Η σκηνοθεσία του Ακίν συλλαμβάνει με ακρίβεια την ίδια περίπου ανθρωπογεωγραφία. Η εντυπωσιακή φωτογραφία του (μόνιμου συνεργάτη) Ράινερ Κλάουσμαν και η σκηνογραφία του Τάμο Κουντζ φέρνουν το κοινό πλησιέστερα σε εφιαλτικά μέρη που δεν θα ήθελε να διαβεί και δημιουργούν στον θεατή την ψευδαίσθηση ότι εισπράττει το φιλμ με περισσότερες αισθήσεις πέραν της όρασης.

Παρά την αδιαπραγμάτευτη τραχύτητά του, το «Χρυσό Γάντι» δεν είναι μια ταινία τρόμου. Είναι μια βουτιά με το κεφάλι σε έναν ανθρώπινο υπόνομο που υπόσχεται μόνο φρίκη, όπου η ζωή δεν έχει κόστος και όποιος πεθαίνει, ασχέτως του πώς πεθαίνει, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ο σκηνοθέτης δεν θέλει να αποστρέψει το βλέμμα από την ασχήμια και την εξαθλίωση. Αν αυτό είναι το ατόπημα που διαπράττει, όμως, αυτή είναι και η πιο μεγάλη του αρετή. Και σε όποιον θεατή δεν αρέσει, είναι δικαίωμά του να προσπεράσει. Αρκεί να μη βιαστεί να κρίνει...

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Το Χρυσό Γάντι
  • Το Χρυσό Γάντι