Το Βαποράκι

The Mule

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

2018
    ΠΑΡΑΓΩΓΗ: ΗΠΑ
    ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κλιντ Ίστγουντ
    ΣΕΝΑΡΙΟ: Νικ Σενκ
    ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Κλιντ Ίστγουντ, Μπράντλεϊ Κούπερ, Νταϊάν Γουίστ, Μάικλ Πένια, Άλισον Ίστγουντ, Ταίσα Φαρμίγκα, Άντι Γκαρσία, Λόρενς Φίσμπερν
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ίβ Μπελανζέ
    ΜΟΥΣΙΚΗ: Αρτούρο Σαντοβάλ
    ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 116'
    ΔΙΑΝΟΜΗ: Tanweer
    <ARTICLE TITLE/>

Ένας 90χρονος ανθοκόμος γίνεται οδηγός για ένα καρτέλ ναρκωτικών. Βασισμένο στην αληθινή ιστορία του Λίο Σαρπ, το φιλμ σηματοδοτεί την επιστροφή του Κλιντ Ίστγουντ μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια στο τριπλό ρόλο σκηνοθέτη-παραγωγού και πρωταγωνιστή. 

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Για τον υπογράφοντα η ανάγνωση των ταινιών με βάση την βιογραφία του δημιουργού τους είναι ανεπιθύμητη. Κι ας είναι για την ταινία του Ίστγουντ εμφανές ανά στιγμές το γεγονός πως μια τέτοια ανάγνωση την «ξεκλειδώνει». Η οικογένεια. Το γήρας. Το παρελθόν. Η ανάγκη του να δουλεύεις για να αισθάνεσαι χρήσιμος. Οι φιλίες.

Η μόνη ίσως γριφώδης αναφορά φωλιάζει στους τίτλους τέλους, στην αφιέρωση του φιλμ στον Πιερ και τον Ρίτσαρντ, που δεν είναι άλλοι από τον Πιερ Ρισιάν και τον Ρίτσαρντ Σίκελ. Ο ένας ηγεμονική φιγούρα των φεστιβάλ, της αγοράς και της οξυδερκούς πρόωρης αποτίμησης δημιουργών πολύ πριν άλλοι αναγκαστούν ν’ ακολουθήσουν (υπεύθυνος για την επανασύστηση του Ίστγουντ στην Γαλλία στα τέλη του ’80 και για την εκτίμηση που χαίρει από την σοβαρή κριτική στην Ευρώπη), ο άλλος, κριτικός στο Time και βιογράφος του σκηνοθέτη. Αμφότεροι στενοί φίλοι, μέρος της ευρύτερης «οικογένειας» που χαρίζει θεματικό βάθος στο «Βαποράκι», αμφότεροι θανόντες μέσα στο 2018.

Θα περίμενες λοιπόν τον Ίστγουντ, ενθυμούμενος και το «Gran Torino» του 2008, την τελευταία φορά που υπήρξε σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής, ελεγειακό, ίσως θρηνητικό για όσα περνούν και δεν θα ξαναρθούν, αντιμέτωπο για άλλη μια φορά με την μυθική του υπόσταση – ακόμα και το trailer, εντελώς παραπλανητικά, εκεί σε έσπρωχνε – να κουβεντιάζει αποστάσεις, φαντάσματα, κρυμμένα.

Αυτονόητα, στον Ίστγουντ δεν αρέσει ο σημερινός κόσμος. Δεν του αρέσει η πολιτική ορθότητα, δεν του αρέσουν τα σκυμμένα κεφάλια πάνω από οθόνες κινητών, δεν ξέρει τι είναι το texting. Αλλά ζει σ’ αυτόν και ξέρει ποια είναι τα σημαντικά.

Και θα έπεφτες έξω. Περίπου όπως ο Ρέντφορντ με τον Λόουερι στον «Άνδρα με το Όπλο» βρήκαν, λιγότερο επιδέξια, την σκωπτική πλευρά μιας εξοδίου ακολουθίας, έτσι κι ο Ίστγουντ εδώ, ξεμπλέκει με την φινέτσα απλότητας ενός μεγάλου Αμερικάνου ηθοποιού από τα μυθικά του χαρακτηριστικά (η πραγματεία αυτή ολοκληρώθηκε στο «Gran Torino») και προσγειώνεται με χιούμορ αλλά και πάθος στα αναντικατάστατα του να είσαι άνθρωπος.

Μπορείς φυσικά αν θέλεις να δεις και μια τέλεια εκτελεσμένη παραβολή πάνω στο τι θα πει να είσαι καλλιτέχνης στη σημερινή κινηματογραφική βιομηχανία: Βάλε στην εξίσωση το καρτέλ για Χόλιγουντ, τους διώκτες για social media – αυτά δεν είναι η κριτική πια; - τον Μπράντλεϊ Κούπερ για…Ρίτσαρντ Σίκελ και τον εαυτό του στον ρόλο του ανθρώπου που κάποτε καλλιεργούσε (βραβευόμενα…) λουλούδια (βλέπε ταινίες) και σήμερα κάνει το βαποράκι για άλλου είδους άνθη κακού. Αυτονόητα, στον Ίστγουντ δεν αρέσει ο σημερινός κόσμος. Δεν του αρέσει η πολιτική ορθότητα, δεν του αρέσουν τα σκυμμένα κεφάλια πάνω από οθόνες κινητών, δεν ξέρει τι είναι το texting. Αλλά ζει σ’ αυτόν, τραγουδάει ακατάπαυστα την americana του ενώ οδηγεί τα ναρκωτικά στον παραλήπτη τους (έως και μιούζικαλ το έργο ανά στιγμές!), χορεύει, παρτάρει, κάνει και δύο τρίο στην καθησιά ν’ αναστατώνονται κάτι απίστευτοι, μίζεροι γεροσαραντάρηδες «κριτικοί» που βλέπουν ταινίες με το ψευτοζύγι της ορθότητας.

Ζει σ’ αυτόν και ξέρει ποια είναι τα σημαντικά. Ξέρει επίσης πως αυτά που δεν έκανε, οι απουσίες που σημείωσε, η δουλειά που έβαλε πάνω από την οικογένειά του, δεν ξεπληρώνονται μ’ ένα έργο κι ένα συνοφρύωμα. Αν όμως του δοθεί η ευκαιρία, να αυτή η τελευταία φορά, θα παρακάμψει τους κανόνες του καρτέλ (το Χόλιγουντ, είπαμε), θα είναι για μια φορά παρών (θα κάνει δηλαδή το σινεμά που γουστάρει), θα κάνει στον χρόνο του (έξοχη για άλλη μια φορά η τόσο ανθρώπινη διαχείριση του χρόνου μέσα στο έργο) αυτό που ξέρει θα τον συνοδεύσει ανακουφιστικά στο τέλος.

Η ατμόσφαιρα στο «Βαποράκι» είναι ηρεμότερη, ελαφρότερη, πολύ χιουμοριστική, απαλλαγμένη αν θες από το βάρος του ημίφωτος που χαρακτηρίζει εν γένει το σινεμά του Ίστγουντ. Οι ασκήσεις στο δισυπόστατο είναι παρελθόν στα 88, η ζωή (θα έπρεπε να) έχει την ξεγνοιασιά της, το παρών στους ανθρώπους σου, τον χρόνο σ’ αυτά που σε συνθέτουν.

Ο Ίστγουντ όμως είναι ένα βαποράκι, εν γνώσει του. Και δεν είναι ο τύπος που θα περάσει στο ντούκου την ηθική του ευθύνη, κι ας διαχέεται άπλετα η γοητεία – άλλωστε δεν είναι κακός άνθρωπος. Έτσι όταν έρθει η στιγμή της κατηγορίας και της απονομής δικαιοσύνης, ένα δημιουργός ανέκαθεν επιφυλακτικός απέναντι στην τυπικότητα του φθαρτού θεσμικού δικαίου για χάρη μιας φυσικής, ενστικτώδους δικαιοσύνης, θα πει ένα ανδρικό, κοφτό «guilty» και θα υποστεί την ποινή του, την κανονική του φυλάκιση, με συνοδούς στο περίκλειστο τα αγαπημένα του λουλούδια. Να σαν ένας παλιός-παλιός δημιουργός στην γαλήνια δύση του (άλλωστε προς αυτήν περπατά στο τελευταίο κάδρο του φιλμ, προς τον ουρανό η τελική κίνηση της μηχανής) παρέα με την εποχή, το σινεμά και τις αναμνήσεις που αγάπησε.

ΟΛΕΣ ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
  • Το Βαποράκι
  • Το Βαποράκι