O αιώνιος Μαρτσέλο και το «8½» του Φελίνι ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
11:37
28/9

O αιώνιος Μαρτσέλο και το «8½» του Φελίνι

Με αφορμή τα γενέθλια του μεγάλου Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, θυμόμαστε τον εμβληματικό ρόλο του στο μνημειώδες έργο του Φεντερίκο Φελίνι.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Αν για παράδειγμα γυρίσεις στο 1963, η κριτική της πατριαρχίας κοσμούσε (ή έστω απασχολούσε) την φιλοσοφική σκέψη, την ψυχολογία και την κοινωνιολογία, δεν ήταν όμως στο σεναριακό διαιτολόγιο του σινεμά. Ειδικά δε ενός σινεμά που, όσο κι αν φαντάζει θλιβερά ανήκουστο σήμερα, ήταν στις πρώτες σελίδες του Τύπου, στις προτεραιότητες του φιλοθεάμονος κοινού. Κι όμως…Στην τελευταία διετία η κριτική αυτή, έστω με την εκφυλιστική εκτροπή των κοινωνικών δικτύων, αποτελεί μέλημα και της κουτσής Μαρίας που καθόλου κουτσή είναι, αλλά ότι διεκδικεί το (ακέρδιστο) δικαίωμά της να μιλά περί παντός επιστητού, το διεκδικεί. Μ’ άλλα λόγια, η πατριαρχία κι όπως την περιποιείται ο Φελίνι στο ένατο (έστω, όγδοο και μισό) έργο του, είναι σήμερα μια φλέγουσα επικαιρότητα. Το ευτυχές είναι πως ο Φελίνι, τουλάχιστον, την αντιμετωπίζει με αυτοβιογραφική, διαλυτική και διαλεκτική ειλικρίνεια.

Βέβαια, όσο κι αν θα θέλαμε, σε μια εποχή που το σινεμά αυτό αποτελεί κάτι ανάμεσα σε νοσταλγία μερικών και ανάγκη μερικότερων (η οπισθοδρόμηση του «μέσου γούστου» σπάει κόκκαλα, είναι αλήθεια), ένα εγχείρημα ανάλυσης μιας τέτοιας δημιουργίας δεν έχει τον αριθμό των αποδεκτών που θα το νομιμοποιούσαν. Ωστόσο πέντε πράγματα ας έχουν ειπωθεί.

Είναι πράγματι εκπληκτική η μετεωρική πορεία εξέλιξης του Φελίνι από το 1950 που πρωτοσκηνοθετεί μέχρι το «8½» 13 (μόλις) χρόνια μετά. Ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να ανταπεξέλθουν στην σύγκριση μιας εντός του έργου και της ματιάς τους τόσο ρηξικέλευθη (και μοντέρνα) στάση. Ακόμα και ο Μπέργκμαν, ο έτερος ηγεμόνας της τότε ευρωπαϊκής εποχής, που είχε ξεκινήσει και νωρίτερα τις σκηνοθεσίες του, χρειάστηκε ίσως την «αδειοδότηση» τούτου εδώ για να προβεί στην «Περσόνα» του το 1966.

Το «8½» είναι το πιο θεαματικό «my way» αυτοτιμωρίας που γέννησε το σινεμά

Στο «8½» ο Φελίνι πραγματοποιεί κάτι που μπερδεύει και φιλόσοφο. Κατ’ αρχάς είναι μια ταινία για μια ταινία μέσα στην ταινία. Συνάμα όμως και μια ακόμα ταινία (αυτή που πληρώσαμε να δούμε) που δευτερευόντως ασχολείται με την «ταινία μέσα στην ταινία». Αυτή είναι η κανονική. Αλλά χωρίς τις άλλες δεν μπορεί να λειτουργήσει. Πολλές ταινίες λοιπόν. Και χρειάζεται μια δεξιότητα σεναριακή και, κυρίως, σκηνοθετική για να συνεννοηθούν μεταξύ τους, γιατί όλες τους έχουν και όνειρα και φαντασιώσεις (δηλαδή υπο-ταινίες) μέσα τους. Κι εδώ δεν είναι (το καθ΄όλα συμπαθές) «Inception», της πλοκής και της αφηγηματικής λαγνείας. Εδώ αυτά που μπερδεύονται είναι άλλης ολκής.

Με ήρωα τον Γκουίντο, μια εκδοχή του ίδιου του Φελίνι δηλαδή, που ξεκινά τις (αυτο)ειρωνείες του από το όνομα (κάθε άλλο παρά «οδηγός» μπορεί να είναι αυτός ο ήρωας που δεν ξέρει τι του γίνεται), το έργο τολμά να έχει για κεντρικό του χαρακτήρα έναν αφάνταστα εγωκεντρικό σάτυρο, έναν από φύσεως αντιπαθή ομφαλοσκόπο σκηνοθέτη σε δημιουργική κρίση που εκτείνεται σε κρίση ηλικίας και ταυτότητας. Ο Γκουίντο θέλει «αυλή», μεγάλα στήθη, διασημότητα αλλά και ιδιωτικότητα, θέλει μαμά, σύζυγο, ερωμένη και θαυμάστριες. Θέλει επίσης έναν (επι)κριτικό κινηματογράφου για σεναρίστα του, θέλει άφεση αμαρτιών από την Καθολική Εκκλησία, θέλει την άχραντη Καρντινάλε αλλά και μια δεύτερη ευκαιρία από την γυναίκα του. Θέλει όλοι να πιστέψουν την καλή του προαίρεση, άλλο που φλομώνει τους πάντες στο ψέμμα. Στην πορεία θα καταλάβει ότι στην πραγματικότητα είναι τόσο αυτοαπορροφημένος που δεν έχει αγαπήσει ποτέ του κανέναν.

Φυσικά, κι ο ίδιος ο Φελίνι διερωτάται, «που πας με μια ταινία με τόσο αντιπαθητικό κεντρικό ήρωα;». Έλα όμως που οι ταινίες, είπαμε, είναι πληθωρισμένες. Κι εδώ αρχίζουν τα αλισβερίσια, αρχίζει το διαλεκτικό πλεκτό, αρχίζει και η ανεπανάληπτη αυτοδιάλυση – μπας και υπάρξει ανασύνθεση. Ο Φελίνι, αντίθετα με τους άπειρους μιμητές του που προέβησαν στα δικά τους «8½ », φτάνει την αυτοψυχανάλυση σε δυναμικό βαθμό αυτοκαταστροφής, κυριολεκτικά αποδομώντας, από την ειρωνεία ως την «εαυτοκτονία» (sic), όλα εκείνα που τον εξουθενώνουν.

Στο τέλος, το μεγαλύτερο ίσως κατόρθωμα είναι να φανταστείς στην δημιουργία σου πως δεν είσαι παρά ένας του ατέρμονου χορού. Γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος έτσι.

Εντυπωσιακά όμως για ένα φιλμ που θα έλεγες προσωποπαγές, η δραματουργία ξανοίγεται στην εμβάθυνση του περιγύρου, από τον αυτογνωστικό μεσήλικα που τριγυρνάει με μια 30 χρόνια μικρότερή του, μέχρι την σύζυγο, την Παρθένο Καρντινάλε, τον Καθολικισμό και μια κουστωδία ακόμα χαρακτήρων, σκηνοθετώντας κυριολεκτικά μια φελινικά φαντασμαγορική περιδίνηση δίκης-καταδίκης του κεντρικού ήρωα. Το «8½» είναι το πιο θεαματικό «my way» αυτοτιμωρίας που γέννησε το σινεμά. Όμως όλοι, ακόμα και η καταραμένη πατριαρχία, θα πάρουν τα ελαφρυντικά τους.

Από εκεί και πέρα, πάμπολλα. Η περίφημη ονειρικότητα (για την οποία ο Φελίνι κατηγορήθηκε από μερίδα της αριστερής διανόησης) είναι παρούσα με διπλές όψεις (νοσταλγία και ρομαντισμός, αποφυγή κι απατεωνίστικη μέθοδος σαγήνης), ο ρόλος του Καθολικισμού, το σεξ, η σύγκρουση με την πυγμαχική κριτική διανόηση. Ειδικά γι’ αυτήν, μέσω ενός σπουδαίου ρόλου για τον κριτικό/σεναρίστα, επιφυλάσσεται ένα ρεσιτάλ διαλεκτικότητας (όπου ο Φελίνι αποδεικνύεται φοβερός και τρομερός κριτής του ίδιου του έργου του) αλλά κι ένα φαντασιωτικό (και ωραιότατο) «άντε στο διάολο» όταν η κριτική εγκεφαλικότητα μοιάζει με κατεψυγμένη άσκηση κακεντρεχούς παντογνωσίας.

Τέλος, φυσικά, το σινεμά. Όλα εντός του, όλα εξαιτίας του. Το σινεμά που μπορεί εικονογραφήσει όλον τον χρόνο μιας ζωής. Που μπορεί να ζωντανέψει νεκρούς για μια τελευταία κουβέντα. Που μπορεί να ενώσει τον ρεαλισμό με το όνειρο γεννώντας αλήθεια. Που, λυτρωτικά, μπορεί, εν μέσω του παλιμπαιδίζοντος αυτού τσιρκολάνου και της μουσικής στήριξης του γιγάντιου Ρότα, να σκηνογραφήσει σ’ ένα τέλειο, «μεταθανάτιο» έστω, παλκοσένικο, την ράμπα μιας ζωής. Της μνήμης, των ανθρώπων, της παιδικότητας, των σκιρτημάτων, του φετιχισμού, της συγγνώμης, της αποτυχίας. Στο τέλος, το μεγαλύτερο ίσως κατόρθωμα είναι να φανταστείς στην δημιουργία σου πως δεν είσαι παρά ένας του ατέρμονου χορού. Γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος έτσι.