11:40
27/12

Ανασκόπηση 2017: Απογοητεύσεις και υπερεκτιμημένα της χρονιάς

Ώρα να ασχοληθούμε με τις ταινίες που περιμέναμε με ενθουσιασμό και τελικά όταν έφτασαν στα credits μας έβαλαν σε δεύτερες σκέψεις...

Από το cinemagazine.gr

Διαβάστε ακόμη
Ανασκόπηση 2017: Ψηφίστε την καλύτερη ταινία της χρονιάς!
Ανασκόπηση 2017: Οι ατάκες της χρονιάς

Ανασκόπηση 2017: Οι αφίσες της χρονιάς
Ανασκόπηση 2017: Τα viral βίντεο της χρονιάς
Ανασκόπηση 2017: Οι σκηνές της χρονιάς
Ανασκόπηση 2017: Τα πρόσωπα της χρονιάς
Ανασκοπηση 2017: 10 ταινίες-must που... δεν είδατε!

Οι Απογοητεύσεις

«Ο Χιονάνθρωπος» (The Snowman) του Τόμας Άλφρεντσον

Η επιστροφή του ιδιαίτερα ταλαντούχου Σουηδού σκηνοθέτη του «Ο Κλήρος Έπεσε στον Σμάιλι» στις σκανδιναβικές του ρίζες, με τη μεταφορά του αιματοβαμμένου βιβλίου του Γιο Νέσμπο, γέμισε με μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες ενισχύθηκαν όταν ανακοινώθηκε ότι ο Μάικλ Φασμπέντερ θα πρωταγωνιστήσει στο ρόλο του ιδιοφυή αλλά ισοπεδωμένου ψυχολογικά ντετέκτιβ Χάρι Χόλε, ο οποίος και αναλαμβάνει να εξιχνιάσει ένα μυστήριο, μπαίνοντας στο μυαλό ενός κατά συρροή δολοφόνου ο οποίος αφήνει χιονάνθρωπους στο πέρασμά του. 

Και αν όλα αυτά φαίνονται ιδιαίτερα ελκυστικά, το φιλμ του Άλφρεντσον (ο οποίος παρεμπιπτόντως ευθύνεται και για ένα από τα συνταρακτικότερα ευρωπαϊκά horror των τελευταίων ετών, το «Άσε το Κακό να Μπει») δεν καταφέρνει σε καμία στιγμή να αποκτήσει ρυθμό, να ενσταλάξει την αίσθηση του επείγοντος ενός συναρπαστικού στην ανάγνωση μυθιστορήματος, ενώ ο Φασμπέντερ μοιάζει περισσότερο με μοντέλο σε νορβηγική διαφήμιση εσωρούχων, παρά με αλκοολικό και συναισθηματικά ασταθή αστυνομικό. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η τελική υπόσχεση ενός franchise μοιάζει περισσότερο με μια ασαφή απειλή, αν κρίνεις το απογοητευτικό αποτέλεσμα του μισολιωμένου τελικά «Χιονάνθρωπου». Π.Αχ.

«Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» (The Killing of a Sacred Deer) του Γιώργου Λάνθιμου

Για να μην έχουμε παρεξηγήσεις, η ταινία του Γιώργου Λάνθιμου δεν είναι κακή ταινία. Είναι όμως σίγουρα η πιο αδύναμη από το σύνολο της φιλμογραφίας του Έλληνα σκηνοθέτη. Με τη διεθνή φόρα του «Αστακού», άλλη μία οσκαρική υποψηφιότητα κι ένα ερμηνευτικό καστ μεγατόνων, το «Ιερό Ελάφι» είχε ήδη τοποθετήσει πολύ ψηλά τις σινεφίλ προσδοκίες. Δυστυχώς η ταινία στήνει τους παίκτες της μεθοδικά, ανατρέπει την κοινωνική ρουτίνα με την ένταξη του παράλογου, σχολιάζει με άβολη εικονογραφία και ιδιόρρυθμο χιούμορ την αφηγηματική συνθήκη και κάπου στα μισά ξεμένει από ιδέες.

Σε αντίθεση με τον «Αστακό», όπου τα δυο μισά της ταινίας είχαν ξεχωριστή δυναμική και συμπλήρωναν από κοινού το αξιοπερίεργο love story, εδώ η ανάπτυξη στο δεύτερο μισό απλώς ανακυκλώνει καταστάσεις με τρόπο που υπονομεύει τελικά τα ηθικά διλήμματα και το σοκ του φινάλε. Ασφαλώς και το σενάριο δεν υποχρεούται να έχει για κανόνα τον αριστοτελικό ορισμό της τραγωδίας, αλλά η εκτέλεση του «Ιερού Ελαφιού» θυσιάζεται υπέρ του δέοντος στο λατρευτικό βωμό του Ευριπίδη, του Κιούμπρικ και του Χάνεκε. Π.Γ.

«Wonder Wheel» του Γούντι Άλεν

Θα περάσει καιρός μέχρι να καταλάβουν οι ιθύνοντες των νέων δικτύων παραγωγής και διανομής ταινιών (όπως το Amazon στην προκειμένη) για να καταλάβουν τι ακριβώς μπορεί να θεωρηθεί σίγουρο οσκαρικό χαρτί. Γιατί αυτό προσπάθησαν να κάνουν βεβιασμένα φέτος, αλλάζοντας ημερομηνίες, συνήθειες και στόχους στην προγραμματισμένη εδώ και χρόνια, ετήσια ρουτίνα του Γούντι Άλεν, θεωρώντας πως μπορούν να σπρώξουν τη νέα του δουλειά προς τα βραβεία. 

Θεωρητικά, με συνεργασίες όπως του Στοράρο, φιλόδοξη πρωταγωνίστρια όπως τη Γουίνσλετ να πατά πάνω στην προ τριετίας απολαυστική Μπλάνσετ της «Θλιμμένης Τζάσμιν», και μια ρετρό διάθεση με φόντο το Λονγκ Άιλαντ, υπήρχαν οι προϋποθέσεις για κάτι δυνατό, αυτό όμως που ξεχνούν οι περισσότεροι είναι ότι ο Άλεν, στήνοντας τον κορμό των ταινιών του εδώ και χρόνια (δηλαδή βασική πλοκή και χαρακτήρες), δεν πρέπει να ξοδεύει πάνω από μία ώρα. Οι τεμπέλικες αυτές δουλειές όταν μετουσιώνονται σε ανάλαφρες, μικρού βεληνεκούς ταινίες (σαν το «Magic in the Moonlight» για παράδειγμα) δεν ενοχλούν κανέναν, όταν όμως κοιτούν ψηλά, τρώνε τα μούτρα τους. Τ.Μ.

«Alien: Covenant», του Ρίντλεϊ Σκοτ

Αν είστε από εκείνους που καλοδέχτηκαν πριν πέντε χρόνια τον «Προμηθέα» ως μία φιλότιμη προσπάθεια να εμπλουτιστεί/ανανεωθεί η σειρά ταινιών «Alien», ο Ρίντλεϊ Σκοτ και το «Alien: Covenant» φρόντισαν φέτος να σας στείλουν από κει που ’ρθατε. Παρά τη δεδομένη έφεση του Βρετανού στο λεγόμενο μεγάλο θέαμα, τον Φασμπέντερ (επί δύο), την Γουότερστον (ως αντι-Ρίπλεϊ) και την πίστη πως «ε δε μπορεί, ο Σκοτ ξέρει», το νέο «Alien» αποδείχθηκε το πιο φιλόξενο σύμπαν για μερικούς από τους πιο ηλίθιους χαρακτήρες που έχουν υπάρξει σε σοβαρή (υποτίθεται) ταινία sci-fi (κατεβαίνουν χωρίς προφυλάξεις σε άγνωστο πλανήτη επειδή yolo).

Σενάριο ασόβαρο, κλισέ με το κιλό, έμπνευση μηδέν και - για φινάλε - ρίχτε τα τέρατα στο άπλετο φως, βιάζοντας έτσι όλη την αισθητική λογική της σειράς. Πάλι καλά που από αυτόν τον αχταρμά έχουμε τουλάχιστον να θυμόμαστε το επικό «i’ll do the fingering» του Φασμπέντερ, μία από τις ατάκες της χρονιάς. Ν.Σ.