12:25
21/9

Μπιλ Μάρεϊ: Ορίζοντας την μπλαζέ ειρωνεία

Η βαριεστημένη ευφυία, η ζεν κωμωδία και η καλορυθμισμένη έκρηξη είναι χαρακτηριστικά δύσκολο να τα βρεις κι ο Μπιλ Μάρεϊ στον κωμικό του ανθρωπότυπο τα έχει όλα. Τον γιορτάζουμε με πέντε ταινίες που πρέπει να έχεις δει από αυτόν.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

68α γενέθλια σήμερα για τον Μπιλ Μάρεϊ, έναν περίπου εν ζωή θρύλο – για την βιομηχανία λιγότερο απ’ ότι για πλήθη σινεφίλ. Απόφοιτος, όπως τόσοι άλλοι της συνομοταξίας αυτής (Μπελούσι, Γουίλιαμς, Ακρόιντ), από το Saturday Night Live, με τουλάχιστον δύο μυθικές κωμωδίες στο ενεργητικό του και αναρίθμητες συγκρούσεις στα σετ πολλών ταινιών του, ο Μάρεϊ αντλεί τη φήμη του από τον ζεν τρόπο που εκστομίζει (σε τρομερό timing) τις ατάκες του και από το ότι για κάποιο λόγο έχει περάσει στο κοινό πως ο Μάρεϊ είναι στην πραγματικότητα αυτό που βγαίνει ως κινηματογραφική περσόνα. Ακολουθούν πέντε ταινίες που ο «Μαρεϊσμός» χτυπάει κόκκινο.



«Επιτέλους τι θα γίνει με τον Μπομπ;»
(1991), του Φρανκ Οζ
Στον ρόλο ενός ψυχαναγκαστικού, τακτικού πελάτη του ψυχοθεραπευτή του, ο Μάρεϊ διαπρέπει στην εξοργιστική μούτα και την απίστευτα ενοχλητική απρέπεια να καταστρέφει ασυλλόγιστα τη ζωή του αναλυτή του. Είναι φυσικά τρομερά αστείος, όπως και ο Ρίτσαρντ Ντρέιφους (δεν τα πήγαν καλά στα γυρίσματα, πάντως) που κάνει ένα τέλειο support στην μανιακή παρενόχληση του Μάρεϊ.



«Η Μέρα της Μαρμότας» (1993), του Χάρολντ Ράμις
Αν και δεν θα πίστευες πως κατάφερε να τσακωθεί και με τον Χάρολντ Ράμις –ποιος θα ‘θελε ποτέ να τσακωθεί μ’ έναν τόσο συμπαθητικό άνθρωπο; - η «Μέρα της Μαρμότας» (η καλύτερη ταινία του Μάρεϊ) μένει αλώβητη, στην κωμωδία, το ρομάντσο και τη φιλοσοφία της. Σπάνια ευτύχησε έτσι κωμωδία στο να χρειάζεται απόλυτα αυτό που ο πρωταγωνιστής της είναι γεννημένος να κάνει.

«Χαμένοι στη Μετάφραση» (2003), της Σοφία Κόπολα
Έχει τους πολλούς οπαδούς του το έργο, ο υπογράφων απέχει μακράν, ωστόσο απ’ όπου κι αν το δεις, άμα τη εμφανίσει Μάρεϊ κάτι σπινθηρίζει, η αβίαστη κωμωδία της έκφρασής του διαθέτει εδώ μια ραφιναρισμένη πικρία, μεταδίδοντας κατά κύματα όσα η σκηνοθεσία και το σενάριο μόνο να ήλπιζαν θα μπορούσαν. Μεγάλη τύχη για το έργο η παρουσία του και η μοναδική του υποψηφιότητα για Όσκαρ.

«Τσακισμένα Λουλούδια» (2005), του Τζιμ Τζάρμους
Με τον Τζάρμους υπάρχει άλλου τύπου επαφή, έχουν δουλέψει αρκετά μαζί (μόνο με τον Γουές Άντερσον κάτι ανάλογο), δουλεύουν και τώρα για το επικείμενο «Deads Don’t Die». Σε τούτο ο Μάρεϊ χαρίζει, εν μέσω ζεν πάντα (που ταιριάζει τόσο στο σινεμά του Τζάρμους) μια αίσθηση περιπετειώδους αποξένωσης και διάθεσης για αυτογνωσία που χρωματίζει το έργο από το κωμικό ως το χιουμοριστικά μελαγχολικό. Και ο Μάρεϊ πάντα διέπρεπε σ’ αυτόν τον συνδυασμό.

«Στην Κόψη του Ξυραφιού» (1984), του Τζον Μπάιραμ
Η ανέλπιστη επιλογή της πεντάδας, καθώς σκόπιμα άφησα έξω ταινίες στις οποίες ο Μάρεϊ υπήρξε (επιφανές) μέλος ενός ensemble, είναι τούτο εδώ, η ταινία που επιτακτικά ήθελε να κάνει ο Μάρεϊ προτού γίνει διεθνής σταρ. Ριμέικ μιας θαυμάσιας ταινίας του 1946 και διασκευή ενός μυθιστορήματος του Σόμερσετ Μομ, η «Κόψη» ήταν τόσο διακαής πόθος του Μάρεϊ που δέχτηκε να παίξει στο «Ghostbusters» με την προϋπόθεση πως το στούντιο θα υποστήριζε το έργο αυτό. Στην ιστορία ενός βετεράνου του 1ου Π.Π. που επιστρέφει ολότελα αλλαγμένος και ξεκινά ένα ταξίδι επανεύρεσης του τι έχει σημασία γι’ αυτόν, θα βρείτε έναν αρκετά διαφορετικό Μάρεϊ, λιγότερο μπλαζέ (αν και τυπικά ειρωνικά παθητικό) κι αλλιώτικα μελαγχολικό απ’ ότι θα τον γνωρίζαμε στη συνέχεια. Η ταινία απέτυχε εισπρακτικά, πολλοί καταλόγισαν την αποτυχία και στο παίξιμο του Μάρεϊ, ωστόσο αξίζει τον κόπο να το ψάξετε, υλικά της περσόνας που αγαπά ο κόσμος την τελευταία 20ετία, εντοπίζονται πρώτη φορά εδώ.