11:51
18/6

Now it's Dark: Όταν ο Ντέιβιντ Λιντς φόρεσε «Μπλε Βελούδο»

Με αφορμή τα γενέθλια της Ιζαμπέλα Ροσελίνι (18/6), βλέπουμε ξανά το αριστούργημα του Ντέιβιντς Λιντς.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Κανείς δεν ήταν προετοιμασμένος για το σοκ που προκάλεσε το «Μπλε Βελούδο», όταν κυκλοφορούσε στις αίθουσες το 1986. Ελάχιστοι εξακολουθούσαν εκείνη την εποχή να θεωρούν τον Ντέιβιντ Λιντς ως υπολογίσιμη σκηνοθετική δύναμη, μετά τα εισπρακτικό φιάσκο που είχε γνωρίσει με το «Ντιούν», δυο χρόνια πριν. Προσπαθώντας να συνέλθει από μία χείριστη επαγγελματική εμπειρία, εκείνος κατόρθωσε να αναγεννηθεί καλλιτεχνικά και να κάνει μία νέα αρχή. Εκείνη που θα τον οδηγούσε να ονομαστεί ένας από τους κορυφαίους σκηνοθέτες στον κόσμο.

Ο Λιντς είχε ολοκληρώσει μία πρώτη εκδοχή του σεναρίου στα χρόνια του '70, κανένα στούντιο δεν τολμούσε, εντούτοις, να πλησιάσει την εξεζητημένη δουλειά του, γιατί έβρισκε κάτι αποτρεπτικό στο σεξουαλικά φορτισμένο και έντονα βίαιο περιεχόμενό της. Ο σκηνοθέτης οδηγήθηκε στη συγγραφή του σεναρίου θέλοντας να μεταφράσει κινηματογραφικά μια αλλόκοτη εικόνα που είχε καρφωθεί στο μυαλό του, όσο και το αίσθημα που του προκαλούσε ένα συγκεκριμένο τραγούδι.

Η εικόνα ήταν ένα κομμένο αυτί, μυστηριωδώς παρατημένο σε κάποιο χωράφι, και το κομμάτι ήταν το «BIue VeIvet» που τραγουδούσε ο Μπόμπι Βίντον το 1963. Ο Λιντς πάντρεψε τα δυο παντελώς ξένα μεταξύ τους στοιχεία σε μια ιστορία μυστηρίου με φόντο μια φαινομενικά ειδυλλιακή κωμόπολη της Αμερικης, κάτω από την καρτποσταλικής ομορφιάς επιφάνεια της οποίας κρύβεται η διαστροφή και το έγκλημα.

Επικαλούμενος αναγνωρίσιμα στοιχεία του φιλμ νουάρ, φιλτράροντάς τα όμως μέσα από τον δικό του παραμορφωτικό φακό, ο Λιντς κατάφερε με το «Μπλε Βελούδο» να ανανεώσει ένα παραδοσιακό κινηματογραφικό είδος, δίνοντάς του μεταμοντέρνα υπόσταση και φέρνοντας παράλληλα στην επιφάνεια όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που η λογοκρισία του παρελθόντος δεν επέτρεπε στα κλασικά νουάρ να εκφράσουν αλλά μόνο να υπονοήσουν: η αρρωστημένη βία, η ψύχωση, ο σαδομαζοχιστικός ερωτισμός και η ηθική αμφισημία του ήρωα έπαιρναν πλέον κεντρική θέση στην οθόνη.

Ξεναγός στον ασταμάτητα απειλητικό υπόκοσμο του φιλμ γίνεται ένας καλοκάγαθος και γεμάτος περιέργεια νεαρός (Κάιλ Μακ Λάχλαν), ο οποίος ανακαλύπτει ένα κομμένο αυτί στο γρασίδι κάποιου χωραφιού και προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα που κρύβεται πίσω από αυτό. Οι ερασιτεχνικές ντετέκτιβ έρευνές του τον φέρνουν σε επαφή με τη γοητευτική τραγουδίστρια ενός νυχτερινού κέντρου (η Ιζαμπέλα Ροσελίνι στον πιο θαρραλέο ρόλο της), τον παρανοϊκό και δυναστικό κακοποιό που την εκβιάζει (ο Ντένις Χόπερ αξέχαστος σε μια παροξυσμική ερμηνεία που τον βοήθησε να αναστήσει την ξεφτισμένη καριέρα του) και με έναν ολόκληρο νυχτερινό κόσμο ανθρωπόμορφων τεράτων.

Οταν ο ψυχοσεξουαλικός εφιάλτης του φιλμ αγγίξει το αποκορύφωμά του, ο Λιντς αφήνει το έδαφος να υποχωρήσει κάτω από τα πόδια του κοινού του και επαναφέρει με ένα μαγικό κλείσιμο του ματιού, τους θεατές πίσω στην καθησυχαστική παστέλ αθωότητα των πρώτων πλάνων. Η αγάπη θριαμβεύει επάνω στο κακό, η τάξη εγκαθιδρύεται και πάλι πίσω από τους τους κατάλευκους φράκτες και τους ανθισμένους κηπους, ο ήλιος ανατέλλει εκτυφλωτικά στον γαλανό ουρανό.

Η ρωγμή που οδηγεί πίσω στο σκοτάδι, όμως, θα βρίσκεται πάντα κρυμμένη και θα καιροφυλακτεί. Προικισμένη με ένα αίσθημα κινδύνου που δεν έχασε μέχρι σήμερα τη δύναμη του, η ωραιότερη, ίσως, ταινία του Λιντς παραμένει το ίδιο αχρονική, όπως και η κωμόπολη στην οποία εκτυλίσσεται η δράση. Και το ίδιο ονειρική, όσο και η νυκτερινή διαδρομη του ήρωα μέσα από τις σκιές του δικού του υποσυνείδητου.