13:48
14/10

Τα «Παράσιτα» είμαστε εμείς! Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα Μπονγκ Τζουν Χο μιλά στο cinemagazine.gr

Ο Κορεάτης σκηνοθέτης των «Snowpiercer», «Επισκέπτης», «Μνήμες Εγκλήματος» και μεγάλος νικητής του 72ου Φεστιβάλ Καννών εξηγεί (άνευ σπόιλερ) πώς γεννήθηκαν τα «Παράσιτα».

Συνέντευξη στον Νεκτάριο Σάκκα

Δεν χρειαζόταν να περιμένουμε ασφαλώς το θρίαμβο στις Κάννες προκειμένου να αναγνωρίσουμε τις αρετές όσο κυρίως το σταθερά ανήσυχο πνεύμα που χαρακτηρίζει έναν από τους πλέον ενδιαφέροντες δημιουργούς που έχει αναδείξει τα τελευταία χρόνια το ασιατικό σινεμά.

Ήδη δοκιμασμένος σε φιλόδοξες διεθνείς παραγωγές όπως το «Snowpiercer» και το «Okja» του Netflix αλλά και με επίμονο βλέμμα ως προς την κοινωνιολογική διάσταση των ιστοριών που αφηγείται, ο Μπονγκ Τζουν Χο παραδίδει στα βραβευμένα πλέον με Χρυσό Φοίνικα «Παράσιτα» ένα εκρηκτικό μείγμα μαύρης κωμωδίας και αλληγορικού θρίλερ, το οποίο εστιάζει στις ακραίες αντιθέσεις εντός της κορεατικής κοινωνίας. Ένα απολαυστικό πολιτικό φιλμ κατά το οποίο μία πολύ φτωχή και μία εύπορη οικογένεια συνυπάρχουν στην πολυτελή κατοικία της δεύτερης με έναν εξαιρετικά απροσδόκητο τρόπο.

Η συζήτηση μαζί του έλαβε χώρα δύο μόλις μέρες πριν ο Μπονγκ γίνει ο πρώτος Κορεάτης που κερδίζει Φοίνικα, κι ενώ οι Κάννες χόρευαν ακόμη στο ρυθμό του Ταραντίνο και της πρεμιέρας του «Κάποτε στο… Χόλιγουντ». Συμπτωματικά, οι δύο σκηνοθέτες είχαν ζητήσει από τους δημοσιογράφους να αποκαλύψουν στις ανταποκρίσεις τους όσο το δυνατόν λιγότερα στοιχεία σχετικά με την πλοκή, αίτημα απολύτως κατανοητό για όποιον δει τις δύο ταινίες. Το γεγονός αυτό προσανατόλισε αναγκαστικά τις ερωτήσεις σε μια spoiler-free λογική, προκειμένου το παρόν κείμενο να είναι εξίσου προσβάσιμο για εκείνους που έχουν ήδη δει τα «Παράσιτα» και για όσους σχεδιάζουν να το κάνουν.

Η κορεατική κοινωνία μοιάζει με πυρκαγιά. Πολλά ακραία πράγματα συμβαίνουν από το πουθενά

Τα «Παράσιτα» αναφέρονται σε ακραίες αντιθέσεις εντός της κορεατικής κοινωνίας. Τι πραγματικά συμβαίνει εκεί;

Πολλά ακραία και σοκαριστικά συμβαίνουν στην Κορέα. Έχει καταφέρει να αναπτυχθεί σε τεράστιο βαθμό οικονομικά και τώρα είμαστε γνωστοί για την K-pop [σ.σ. την κορεατική ποπ] και τα φανταχτερά τηλεοπτικά προγράμματα που είναι πολύ δημοφιλή σε όλη την Ανατολή. Όλα αυτά είναι μέρος της πραγματικότητας μας, όπως επίσης υπάρχουν οι πλούσιοι, οι κοινωνικές τάξεις. Ωστόσο είναι πολύ σπάνιο να δεις στην τηλεόραση ή στο σινεμά τους πιο πλούσιους της χώρας όπως και τους πιο φτωχούς. Σπανίως βλέπεις π.χ. ανθρώπους που μένουν στα ημιυπόγεια. Και βέβαια δεν βλέπεις αυτές τις δύο κατηγορίες μαζί. [...] Όμως ακόμα και στην πραγματική ζωή, οι κόσμοι πλουσίων και φτωχών σπανίως συνυπάρχουν.

Πάντως, μπορεί να πει κανείς ότι η κορεατική κοινωνία μοιάζει με πυρκαγιά: πολλά ακραία πράγματα συμβαίνουν από το πουθενά. Και αυτή ακόμα η ιστορία των «Παρασίτων» που υπό αυτή την έννοια είναι βεβαίως ακραία και μοναδική, μπορεί να τη δει κανείς σχεδόν και σαν ντοκιμαντέρ ως προς το πώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκύψει στα αλήθεια.

Από πού πηγάζει όμως αυτή η έκρηξη βίας;

Δε μπορώ να πω με συγκεκριμένα παραδείγματα από ποια σημεία της κορεατικής κοινωνίας προέρχεται αυτή η βία που βλέπετε στην ταινία. Νομίζω ότι είναι περισσότερο μέρος της δικής μου δημιουργικής σκέψης, της δικής μου προσωπικής παραδοξότητας. Η κοινωνία της Κορέας είναι καλύτερη και πιο υγιής από εμένα [σ.σ. γέλια]. Πολλοί μ’ έχουν ρωτήσει αν όλο αυτό είναι ένα σκληρό παραμύθι για την εποχή μας. Νομίζω πως όταν αφηγείσαι μια ιστορία στη λογική του μύθου, έχεις τη δυνατότητα να διεισδύσεις στην ουσία της εποχής και στη δομική αλήθεια της ζωής μας, ακόμα και εδώ, που η υπόθεση των «Παρασίτων» αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό το δικό μου γούστο και φαντασία.

Είπες προηγουμένως ότι πλούσιοι και φτωχοί σπανίως συνυπάρχουν, όχι μόνο στο κορεατικό σινεμά αλλά και στην πραγματική ζωή. Αυτός ήταν επομένως ένας από τους λόγους να γυρίσεις τα «Παράσιτα»;

Νομίζω αυτή είναι και η δύναμη του σινεμά και η έξαψη που μπορεί να προκαλέσει. Μπορείς να δεις σε αυτό ανθρώπους οι δρόμοι των οποίων σπανίως διασταυρώνονται στην πραγματικότητα να έρχονται κοντά, και μάλιστα με τέτοια λεπτομέρεια σαν να τους βλέπεις μέσα από μικροσκόπιο. Επομένως πιστεύω πως το σινεμά ένα πανίσχυρο μέσο προκειμένου να δείξει κανείς κάτι τέτοιο.

Έχεις ζητήσει από τους δημοσιογράφους να αποκαλύψουν όσο το δυνατόν λιγότερα σχετικά με το τι συμβαίνει στο φιλμ. Πώς επηρεάζει όλη αυτή η γενικότερη κουβέντα περί σπόιλερ το σινεμά;

Από τις σημαντικότερες αρμοδιότητες ενός σκηνοθέτη είναι να ελέγχει το τέμπο της ιστορίας που αφηγείται. Όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες που θαυμάζω είχαν μια μοναδική αίσθηση της έννοιας του ρυθμού. Όμως νομίζω ότι η αντίληψη από πλευράς θεατή του ρυθμού και της ταχύτητας που εγώ ως σκηνοθέτης επιδιώκω να χτίσω εξαρτάται από το είδος και το εύρος της πληροφορίας που εκείνος θα έχει για την ταινία πριν έρθει να τη δει. Ένας σκηνοθέτης είχε κάποτε πει ότι από τη στιγμή που προέκυψε η ανάγκη για μάρκετινγκ στο σινεμά, άλλαξε εκ των πραγμάτων και η ίδια η λογική της κινηματογραφικής αφήγησης. Αν λοιπόν οι θεατές γνώριζαν εξαρχής συγκεκριμένα σημεία της πλοκής στα «Παράσιτα», θα άλλαζε τελείως για αυτούς ολόκληρη η πρώτη ώρα της ταινίας.

Γενικότερα, ζούμε σε μια εποχή όπου εκτιθέμεθα διαρκώς σε έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών και παρότι δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα οι ιστορίες που βασίζονται αποκλειστικά στα αφηγηματικά twist, θεωρώ ότι όλη αυτή η «κουλτούρα των σπόιλερ» έχει επηρεάσει αρνητικά τόσο τους ίδιους τους δημιουργούς όσο κυρίως τον τρόπο δουλειάς τους.

Ο Μπονγκ Τζουν Χο με τον Χρυσό Φοίνικα για τα «Παράσιτα»

Το ίδιο ζήτησε πάντως χθες [σ.σ. στις Κάννες] από τους δημοσιογράφους και ο Ταραντίνο για το «Κάποτε στο... Χόλιγουντ». Είπε επίσης ότι του άρεσε η εποχή πριν τα κινητά, πως προτιμά να γυρίζει ταινίες σε φιλμ και ότι είναι παλαιομοδίτης. Εσύ πώς τοποθετείσαι ως προς τη σημερινή εποχή, τις νέες τεχνολογίες και όλες τις δυνατότητες που αυτή προσφέρει;

Προσωπικά δεν διατηρώ λογαριασμούς στα social media, ούτε facebook, ούτε instagram ούτε τίποτα, αυτό όμως συμβαίνει όχι επειδή αντιτίθεμαι στην εποχή αλλά από το φόβο του να είμαι δικτυωμένος. Ο Ταραντίνο έχει δική του αίθουσα στο Λος Άντζελες όπου προβάλλει αποκλειστικά 35άρες κόπιες. Μάλιστα θυμάμαι τότε που παίξαμε εκεί το «Okja», μια προβολή την οποία πραγματικά είχα απολαύσει. Ωστόσο δεν έχω εμμονή με το να γυρίζω ταινίες σε φιλμ. Τόσο το «Okja» όσο και τα «Παράσιτα» γυρίστηκαν με Alexa 65, μία ψηφιακή κάμερα η οποία πρακτικά κινηματογραφεί στα πρότυπα μιας αναλογικής μηχανής φιλμ 70mm. Πάντως, μιλώντας με όρους υφής και της αισθητικής με την οποία αποτυπώνεται μία ταινία επί της οθόνης, όλα έχουν να κάνουν με το πώς τελικά επεξεργαζόμαστε το υλικό που κινηματογραφούμε.

Παρά τη σκοτεινή διάσταση του θέματος και των χαρακτήρων, υπάρχει πολύ χιούμορ στα «Παράσιτα». Πώς προτιμάς να προσεγγίζεις την ανάπτυξη των ηρώων σου;

Οι χαρακτήρες της ταινίας είναι άνθρωποι που υπάρχουν γύρω μας. Όταν μιλάμε για σκοτεινούς χαρακτήρες, στην πραγματικότητα σκοτεινή είναι η συνθήκη που τους περιβάλλει, οι καταστάσεις που βιώνουν. Όταν σκέφτομαι κάποιο σενάριο, έχω πάντα στο μυαλό μου τους χαρακτήρες. Αντί να τους τοποθετώ σε ένα χειρουργικό τραπέζι και να τους ανοίγω, θέλω να νιώθω ότι τους ξέρω από καιρό, σαν τους ανθρώπους που με περιβάλλουν. Θέλω να έχω αυτή την στενή σχέση με τους χαρακτήρες μου.


Οι χαρακτήρες είναι άνθρωποι που υπάρχουν γύρω μας. Όταν μιλάμε για σκοτεινούς χαρακτήρες, στην πραγματικότητα σκοτεινή είναι η συνθήκη που τους περιβάλλει

Δεν είναι η πρώτη φορά που ταινία σου αποτυπώνει το ταξικό χάσμα. Αποτελεί στοιχείο έμπνευσης για σένα το χάσμα αυτό; Σε θυμώνει;

Τον θυμό νομίζω μπορείς να τον νιώσεις περισσότερο στο «Snowpiercer». Όταν ο Κρις Έβανς βάζει τις μηχανές του τρένου μπροστά, το συναίσθημα που βιώνει είναι θυμός. Όμως το «Snowpiercer» είναι βεβαίως ταινία επιστημονικής φαντασίας. Εδώ, στην κορύφωση των «Παρασίτων» βλέπεις να εκδηλώνεται τρομερή βία. Στο σημείο εκείνο ίσως ο θυμός να μοιάζει προς στιγμή ο καθοριστικός παράγοντας, ωστόσο βλέποντας συνολικά την ταινία και ειδικά αν εστιάσει κανείς το φινάλε, η αίσθηση της λύπης είναι αυτό που μένει για μένα και που τελικά έχει σημασία.

Στο τέλος για παράδειγμα, ο νεαρός πρωταγωνιστής δηλώνει την αποφασιστικότητά του να αγοράσει το σπίτι στο οποίο συμβαίνουν όλα, ενώ όλοι μπορούμε να αντιληφθούμε πως αυτό είναι εξαιρετικά απίθανο να συμβεί. Μάλιστα καθίσαμε και υπολογίσαμε με βάση το μέσο εισόδημα στην Κορέα πόσο θα του έπαιρνε μέχρι να μαζέψει τα χρήματα που απαιτούνταν για μια τέτοια αγορά και το αποτέλεσμα ήταν 547 χρόνια.

Πώς σκέφτηκες τον τίτλο «Parasite»;

Όταν το 2013 μου πρωτοήρθε η ιδέα της ταινίας, ο τίτλος που σκεφτόμουν ήταν άλλος: «Decalcomania», εκείνη η τεχνική ζωγραφικής όπου ζωγραφίζεις το μισό χαρτί και μετά το διπλώνεις στη μέση βάφοντας έτσι και το άλλο μισό. Αρχικά σκεφτόμουν μια ιστορία μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο τετραμελείς οικογένειες, μία πλούσια και μία φτωχή, με μια οπτική αποστασιοποιημένη ως προς αυτές. Όμως όταν το 2017 ξεκίνησα να γράφω το σενάριο, αποφάσισα να εστιάσω πολύ περισσότερο στη φτωχή οικογένεια προκειμένου η αφήγηση να ακολουθεί την οπτική γωνία των δικών της μελών. Έτσι, από τη στιγμή που άλλαξε η προσοχή μου μεταξύ των δύο οικογενειών, αλλάξαμε και τον τίτλο σε «Parasite».

Έχεις όση ελευθερία χρειάζεσαι προκειμένου να γυρίσεις ό,τι θέλεις, ύστερα από την επιτυχία και την αναγνώριση που έχει μέχρι στιγμής η δουλειά σου;

Στην Κορέα ναι, μπορώ να κάνω ό,τι θέλω, να επιλέξω τους χρηματοδότες μου και έχω τον τελευταίο λόγο σε ό,τι αφορά το τελικό cut. Στην Αμερική πάλι έπρεπε να παλέψω προκειμένου να έχω αυτό το δικαίωμα [σ.σ. στο τελικό cut] και εφόσον πρόκειται να ξαναδουλέψω εκεί, αυτό είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να είμαι προετοιμασμένος στο εξής. 

INFO
Τα «Παράσιτα» πραγματοποίησαν την πανελλήνια πρώτη προβολή τους στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας (Ταινία Έναρξης) και θα κυκλοφορήσουν στις ελληνικές αίθουσες σε διανομή Seven Films από την Πέμπτη 17 Οκτωβρίου.