11:55
19/4

«Καζίνο Ρουαγιάλ»: Η κατασκοπική παρωδία-μνημείο ταραχώδους παραγωγής

Υπάρχουν μερικές περιπτώσεις στο σινεμά που η παραγωγή ενός φιλμ είναι ένα δαιδαλώδες λούνα παρκ απίστευτων ιστοριών και το παρωδιακό φιλμ του 1967 που είχε την πρεμιέρα του σαν σήμερα, είναι οπωσδήποτε ένα από αυτά. Έτοιμοι για την χρονοκάψουλα;

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Για σκεφτείτε τα μέσα του ’60. Ο Ψυχρός Πόλεμος είναι στο ζενίθ, οι στρατιωτικές κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη, η πολιτική αναταραχή δεν υπήρξε ποτέ πιο ηφαιστειώδης στον 20ό αιώνα και η αγγλοσαξονική κοινωνία διερχόταν μια φανταχτερή επανάσταση. Στο σινεμά αυτό είχε τις (υπέροχα) ζοφερές αποτυπώσεις του, είχε όμως και την Bond-mania, που είναι η άνευ προηγουμένου εποχή που το σινεμά ηγεμονεύει την ποπ πλευρά της κινηματογραφικής κουλτούρας. Από τον «Χρυσοδάκτυλο» του ’64 και για την επόμενη πενταετία, τα κατασκοπικά φιλμ όλων των διαθέσεων (και ποιοτήτων) ξεπερνούν τα εκατό! Κάπου εκεί, τρία ολόκληρα χρόνια πριν την πρεμιέρα του, ξεκινά η ιστορία του «Καζίνο Ρουαγιάλ».

Την οποία βέβαια δεν μας φτάνουν οι λέξεις ενός μικρού βιβλίου για να περιγράψουμε. Αλλά στα συναρπαστικά βασικά: Ο Τσαρλς Φέλντμαν (με κάποιο τρόπο) έχει στα χέρια του τα δικαιώματα του πρώτου βιβλίου του Ίαν Φλέμινγκ, που οι Μπροκόλι και Σάλτζμαν (οι παραγωγοί της EON που έχουν αναλάβει ήδη τις πρώτες τρεις ταινίες του 007) δεν έχουν βέβαια την δυνατότητα να γυρίσουν. Ο Φέλντμαν θέλει, αρχικά, να γυρίσει μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού, να εκμεταλλευθεί κι αυτός το Bond χρυσωρυχείο.

Οι συζητήσεις ξεκινούν, το «Thunderball» ακολουθεί την αμέσως επόμενη χρονιά, όμως η προϋποθέσεις για να γίνει το έργο είναι δύσκολες. Ο Φέλντμαν θέλει τον Σον Κόνερι φυσικά, ο οποίος έχει ήδη κατατοπιστικά απαντήσει «1 εκατομμύριο δολάρια», οι Σάλτζμαν-Μπροκόλι θέλουν κάτι περισσότερο από το 25% των εσόδων, ενώ απαιτείται και η εντελώς ασυνήθιστη για τότε συνεργασία δύο majors, της United Artists που έχει τα Μποντ της EON και της Columbia για λογαριασμό της οποίας θα παράγει ο Φέλντμαν.

Αναμενόμενα, τα εμπόδια ήταν ανυπέρβλητα (υπάρχουν εδώ κι άλλες ωραίες ιστορίες ανάμεσα στους δύο της EON και τον Κόνερι που ήθελε να μπει συμπαραγωγός στο franchise – τίποτα δεν συνέβη, ο Κόνερι σε λίγο θα έφευγε, το εκατομμύριό του θα το έπαιρνε αρκετά χρόνια μετά στα «Διαμάντια είναι Παντοτινά») κι έτσι η στόχευση για τον Φέλντμαν και τον ήδη ανηφορίζοντα προϋπολογισμό του άλλαζε. Στη φάση εκείνη σκέφτηκε κάτι προφητικό: Ιδανικός Μποντ για την ταινία μου είναι ο «Άγιος»! Ο Ρότζερ Μουρ κολακεύτηκε, δήλωσε πως πάντα φανταζόταν τον εαυτό του Μποντ, ούτε όμως αυτό προέκυψε για λόγους συμβολαίων αλλά και του ίδιου του «Καζίνο Ρουαγιάλ» που άρχιζε σταδιακά να διαφαίνεται πως δεν θα είναι μια straight ταινία της σειράς (αλλά εκτός σειράς) αλλά κάτι πιο εορταστικό, πιο παρωδιακό.

Κι ο προϋπολογισμός ανέβαινε. Στρατιά σεναριογράφων παρέδιδε προσχέδια, μεταξύ αυτών ο μέγας Μπεν Χεκτ, ακόμα και ο Μπίλι Γουάιλντερ! Οι σκηνοθέτες δεν θα ήταν ένας και δύο αλλά τελικά…πέντε και έξι! Και το βασικότερο όλων; «Θύμα» του ίδιου μαξιμαλισμού θα ήταν και ο ίδιος ο Μποντ που θα αντιπροσωπευόταν στο έργο από μια κουστωδία υπό-Μποντ. Κι έτσι…πληθωρίζονταν και οι συμμετέχοντες, σ’ ένα καστ από τα παροιμιώδη της φιλμικής ιστορίας. Ο Ντέιβιντ Νίβεν θα ήταν ο αρχικός Μποντ (και τι ωραία σύμπτωση το ίνδαλμα του Ρότζερ Μουρ να είναι ο πρόδρομος του δικού του «ελαφρύτερου» Μποντ) κι από εκεί και πέρα προσθέτεις: Πίτερ Σέλερς, Ούρσουλα Άντρες, Γούντι Άλεν, Γουίλιαμ Χόλντεν, Μπάρμπαρα Μπουσέ, Τέρενς Κούπερ και φυσικά ο θηριώδης Όρσον Γουέλς στον ρόλο του Λε Σίφρ. Καλλιστεία περασμάτων επίσης, από την Ζακλίν Μπισέ, τον Σαρλ Μπουαγιέ, την Ντέμπορα Κερ και τον Πίτερ Ο‘ Τουλ, ως τον Τζον Χιούστον (που είναι ένας από τους σκηνοθέτες), την Τζεραλντίν Τσάπλιν, την Μιρεΐγ Νταρκ, τον Τζορτζ Ραφτ και τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό!

Ω ναι, ένα τσίρκο συνέβαινε στα τρία διαφορετικά στούντιο της ταινίας. Ένα τσίρκο με υπέροχη μουσική, από τον Μπέρτ Μπάκαρα και την Ντάστι Σπρίνγκφιλντ να τραγουδά «The Look of Love». Και ο τσιρκολανισμός θα επεκτεινόταν στην πρωτοφανή ιδέα του Φέλντμαν να γυρίζονται ταυτόχρονα οι σκηνές σε διαφορετικά μέρη από διαφορετικούς σκηνοθέτες! Ιδιωτικά θα εκμυστηρευόταν κάποια στιγμή τότε στον Κόνερι: «Καλύτερα να σου έδινα το εκατομμύριο, φθηνότερα θα μου ερχόταν».

Ο προϋπολογισμός θα έφτανε το παραληρηματικό ποσό των 11 εκατομμυρίων δολαρίων (περίπου 85 εκατομμύρια σήμερα) που ισοφάριζε το σίγουρο στοίχημα του «Thunderball» και ξεπερνούσε κάμποσο το οικονομικότερο «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές» που έβγαζε η EON 45 μέρες αργότερα! Οι εισπράξεις του «Καζίνο» – κι αυτό δίνει ένα μέτρο της επιτυχίας του 007 στην δεκαετία εκείνη – θα ήταν περίπου το 1/3 του «Ζεις Μονάχα Δυο Φορές που θεωρείται από τα «ξεφούσκωτα» πια εμπορικά της σειράς κατά την διάρκεια του ’60. Και πάλι όμως το «Καζίνο Ρουαγιάλ» ήταν μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, ιδιαίτερα δε μεγάλη για τον Σέλερς (που έφερε και αρκετά προβλήματα στην παραγωγή με τις κουτσουκέλες του) αφού υπήρχε η έμπνευση στο συμβόλαιο για ένα 3% επί των καθαρών εισπράξεων!

Αν και το «επί της ουσίας» σε τέτοιες περιπτώσεις τερατωδών ταινιών ύψιστης παραγωγικής (και παραγοντικής) ματαιοδοξίας είναι κάπως αμφίβολο, ας πούμε πως επί της ουσίας το «Καζίνο Ρουαγιάλ» επ’ ουδενί είναι μια καλή ταινία, ψηφιδωτό τερατούργημα είναι, έλα όμως που λειτουργεί! Περισσότερο σαν οργιώδες αμάλγαμα, εντελώς σαν φωτογραφία μιας τρελής εποχής, μιας περιρρέουσας αναρχικής ματαιοδοξίας, μιας ελευθεριάζουσας ωραιοπάθειας, ενός παροξυσμού γενικά που με κάποιον τρόπο (τέλος πάντων!) καταφέρνει να φωτογραφίσει σταριλίκι, μόστρα, flower power, παρακμιακή αίγλη, μόδες, κιτς, χρωματικό πανζουρλισμό, ένα δηλαδή τελικά θριαμβικό ετερόκλητο που αποτελεί πειστήριο μιας (ακόμα) δύναμης του σινεμά: Να είναι αδιάλειπτα ένα αφάνταστο ντοκιμαντέρ της κάθε εποχής του.