11:46
20/6

Οι δαίμονες του Πολάνσκι, το νέο-νουάρ και το πολιτικό στίγμα της «Chinatown»

Με νωπό ακόμα το σοκ από την άγρια δολοφονία της συζύγου του, ο Ρομάν Πολάνσκι μετουσίωσε τη θλίψη και την ιδιοφυΐα του στην «Chinatown», την κατά πολλούς κορυφαία δημιουργία του. Μια ταινία που κυκλοφόρησε σαν σήμερα 20 Ιουνίου 1974, σηματοδότησε τη μετάβαση του νουάρ στη νέα κινηματογραφική εποχή και αποτύπωσε μοναδικά το έλλειμμα πίστης της αμερικανικής κοινωνίας στους θεσμούς.

Από τον Νεκτάριο Σάκκα

Όταν η διαβόητη συμμορία που έμεινε γνωστή ως «οικογένεια Μάνσον» εξαπέλυσε το φονικό της ντελίριο με αποκορύφωμα τη σφαγή της εγκυμονούσας Σάρον Τέιτ και τεσσάρων ακόμα αθώων τα μεσάνυχτα της 9ης Αυγούστου 1969, ο Πολάνσκι θα δεχόταν ακόμα ένα οδυνηρό χτύπημα. Ήταν το βράδυ που υπό μίαν έννοια σήμανε το αιματηρό τέλος της ψυχεδελικά αισιόδοξης ψευδαίσθησης των ‘60s. Για τον πολωνό σκηνοθέτη, ωστόσο, υπήρξε κάτι σαν τη μοιραία επανάληψη των τραυματικών παιδικών του χρόνων. Τότε, που έχασε τη μητέρα του στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, μεγαλώνοντας κυνηγημένος από τη ναζιστική φρικαλεότητα ένεκα της εβραϊκής καταγωγής του.

Αυτή η αίσθηση του μοναχικού, κυνηγημένου, ενίοτε και καταραμένου ξένου διαπότισε τη φιλμογραφία του, λαμβάνοντας εξέχουσα σημασία στην άτυπη «τριλογία του διαμερίσματος», την οποία συναπαρτίζουν η «Αποστροφή» (1965), το «Μωρό της Ρόζμαρι» (1968) και ο «Ένοικος» (1976). Ενδιάμεσα, στην «Chinatown», ο Πολάνσκι εμφανίζεται σε ένα πικρά αυτοσαρκαστικό cameo ως ο γκάνγκστερ που σκίζει με μαχαίρι τη μύτη του Γκίτις, βάζοντας τον Νίκολσον να τον αποκαλέσει «νάνο». Ας μην ξεχνάμε, ωστόσο, πως αυτή η ακραία απομόνωση των ηρώων του που ήρθε να ενισχυθεί έπειτα από το χαμό της συζύγου του, ήταν κι εκείνη που προσέλκυσε τον Πολάνσκι στα μονοπάτια του νουάρ, του κατεξοχήν μαύρου και πεσιμιστικού κινηματογραφικού είδους. Ενδεικτική είναι η απάντηση που εισπράττει η Άιντα Σέσιονς (Ντάιαν Λαντ), η γυναίκα που προσποιείται την Έβλιν Μάλρεϊ στην αρχή της ταινίας, καθώς ρωτά από το τηλέφωνο τον Γκίτις αν είναι μόνος: «Μόνοι δεν είμαστε όλοι;» («Isn’t everybody?»).

Μέσα σε ένα σκηνικό οιδιπόδειας τραγωδίας που εξυφαίνεται περίτεχνα, με πλείστες όσες προοικονομίες και νύξεις, η «Chinatown» ανανεώνει εκ βάθρων το νουάρ εγκαινιάζοντας το πέρασμα στη συνειδητή ανάγνωση του είδους. Αυτό άλλωστε είναι και το πρωταρχικό στοιχείο που διαχωρίζει το νουάρ από το νέο-νουάρ: η ηθελημένη εμπλοκή, δηλαδή, με την αφήγηση και τους κανόνες του. Στην ιστορία του Γκίτις ενυπάρχουν όλα σχεδόν τα άμεσα αναγνωρίσιμα στοιχεία του νουάρ: ο ντετέκτιβ που κινητοποιείται από τον εγωισμό και το πείσμα του, γυναίκες που εξαπατούν επανειλημμένα, ένα σκοτεινό μυστικό που αποτυπώνει το γενικευμένο κλίμα σήψης και διαφθοράς και μία κατάληξη ακραία φαταλιστική, ολότελα παραδομένη στο μεταφυσικό μοιραίο που κατατρύχει εν αγνοία του τον ήρωα αλλά και όσους εμπλέκονται με αυτόν.

Στο πλαίσιο της επαναπροσέγγισης του φιλμ νουάρ, ωστόσο, ο Πολάνσκι αναμετριέται με ορισμένες σταθερές του, αφού προηγουμένως έχει επιλέξει να παραπλανήσει τον θεατή προσφέροντας παλαιομοδίτικους τίτλους αρχής και για πρώτο πλάνο την εναλλαγή ασπρόμαυρων φωτογραφιών, αποτίνοντας έτσι ένα ύστατο χαίρε στο χρωματικό σήμα-κατατεθέν του είδους προτού πλημμυρίσει το κάδρο του με την παλέτα του τεκνικολόρ. Η συνήθης χρήση της εκτός κάδρου αφήγησης κόβεται, ο φαταλισμός ενισχύεται στο μέγιστο βαθμό, το ίδιο και η βία ή η υποδόρια υπόσχεσή της, ενώ εκμηδενίζεται κάθε ίχνος ιδεαλισμού από τα κίνητρα του κεντρικού χαρακτήρα. Όσο για το σκηνικό αρχαίας τραγωδίας, αυτό μας αποκαλύπτεται στην ολότητά του μονάχα λίγα δεύτερα πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους. Η ιστορική, καταληκτική ατάκα προς τον βυθισμένο στην απόγνωση Γκίτις να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια, δε θα μπορούσε να αποτυπώσει καλύτερα το πνεύμα του καιρού της, μαζί και κάθε εποχής όπου ο ισχυρός τη σκαπουλάρει εις βάρος των πολλών με τις ελάχιστες δυνατές συνέπειες: «Forget it Jake. It’s Chinatown».

Για τον Γκίτις, η Chinatown αποδεικνύεται ο οδυνηρός τόπος του παρελθόντος του από τον οποίο μάταια προσπαθεί να ξεφύγει. Στο σενάριο του Τάουνι, πάλι, ο Πολάνσκι βρίσκει τα ιστορικά χνάρια του άγριου πολέμου συμφερόντων που ξέσπασε στο Λος Άντζελες των αρχών του περασμένου αιώνα με τρόπαιο τους υδάτινους πόρους της Καλιφόρνια. Και η αλήθεια είναι πως η ταινία αποτέλεσε την αφορμή για να περιέλθει στη συνείδηση του κοινού αυτός ο ξεχασμένος πόλεμος, κατά τον οποίο μάλιστα χάθηκαν πάμπολλες ζωές. Ενδεικτική είναι η σκηνή όπου ο αρχιμηχανικός Χόλις Μάλρεϊ, σύζυγος της Έβλιν, αρνείται να χτίσει νέο φράγμα έπειτα από την τραγωδία του Βαν Ντερ Λιπ που στοίχισε τη ζωή σε 500 αθώους. Πρόκειται για μία σαφή αναφορά στο πραγματικό δυστύχημα του φράγματος του Σεντ Φράνσις, το οποίο κατέρρευσε τον Μάρτιο του 1928, παρασύροντας στον θάνατο 600 άτομα.

Αν όμως η «Chinatown» λειτούργησε στον καιρό της σαν μέσο αφύπνισης της ιστορικής μνήμης αλλά και σαν αποτύπωμα της πρωτοφανούς έλλειψης πίστης στους θεσμούς με αφορμή το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, ομοίως δεν μπορεί να της αρνηθεί κάποιος το γεγονός πως επενέργησε και σαν ένας κυνικός μάντης κακών ως προς την περαιτέρω απαξίωση των ιερών - μέχρι πρότινος για τους Αμερικανούς - θεσμών. Το κωμικοτραγικό σκηνικό της παραίτησης Νίξον προκειμένου να γλιτώσει την ατίμωση της καθαίρεσης μπορεί να θύμωσε τους Αμερικανούς, τίποτα όμως δεν μπορεί να συγκριθεί με την οργή τους καθώς ο διάδοχος πρόεδρος, Τζέραλντ Φορντ, αμνήστευε από κάθε έγκλημα τον προκάτοχό του, καθιστώντας τον τον μόνο εμπλεκόμενο με το σκάνδαλο που δεν είδε να του γνέφουν τα κάγκελα κάποιου σωφρονιστικού ιδρύματος. Δεν θα ήταν παράλογο, συνεπώς, η αντίστοιχη ατιμωρησία που λαμβάνει ο βιβλικά ονοματισμένος χαρακτήρας του Τζον Φορντ στην ταινία, ο μεγαλοεπιχειρηματίας Νόα Κρος, να εκληφθεί και ως μια ακούσια κινηματογραφική προοικονομία με παραλήπτη την πραγματική ζωή.

Κάπως έτσι, σα να επρόκειτο για κάποιου είδους μακάβριο συμπαντικό αστείο, η «Chinatown» έφτασε να αποτελεί τον κοινό τόπο όπου οι προσωπικοί δαίμονες ενός ιδιοφυούς δημιουργού διοχετεύονται ανατρεπτικά σε μία πλούσια κινηματογραφική γλώσσα, για να συναντήσουν στο διάβα τους τον πολιτικό και κοινωνικό σφυγμό της εποχής.

Γιατί βλέποντας ξανά και ξανά την «Chinatown», δε μπορείς παρά να αναρωτηθείς μήπως κάπου εκεί, στους άνυδρους δρόμους του Λος Άντζελες, παρέδωσε οριστικά το πνεύμα της η ψευδαίσθηση των χρόνων της αθωότητας, εγκαταλείποντας έκτοτε τόσο το πολιτικό όσο και το κοινωνικό γίγνεσθαι στα μακάβρια χέρια του κυνικού ρεαλισμού και της πολιτισμένης αποκτήνωσης.