10:54
31/5

Κλιντ Ίστγουντ: Ο Τελευταίος των Μοϊκανών

Ακούγεται κλισέ, ίσως και να είναι, όμως στο πρόσωπο του σήμερα 90χρονου σκηνοθέτη/ηθοποιού ενώνονται το παλιό Χόλιγουντ, η γενιά που το άλλαξε, τα b-movies, είδη που δεν υπάρχουν πια και η, για μερικούς από μας, αγιασμένη περιφρόνηση της πολιτικής ορθότητας που μαστίζει και ήδη αποτελεί έναν μικρό μεσαίωνα για την σημερινή βιομηχανία.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Σκηνοθέτες υπάρχουν πολλοί, ηθοποιοί ακόμα περισσότεροι, όμως σκηνοθέτες και ηθοποιοί στο βαθμό εκπλήρωσης του Κλιντ Ίστγουντ κανείς. Λέγοντας εκπλήρωση συμπεριλαμβάνεις οπωσδήποτε τον όγκο του έργου, εν μέρει την δημοφιλία του έργου αυτού αλλά κατά κύριο όγκο την χαρακτηριστική δυνατότητα του έργου αυτού να γεννά αντίρροπες απόψεις, να αποτελεί αντικείμενο διαρκούσας κριτικής μελέτης καθώς και πρωτοφανείς (ίσως και λόγω της τόσο μακρόβιας δημοφιλίας αυτό) αναθεωρήσεις επί αναθεωρήσεων.

Ο Ίστγουντ καθυστέρησε ακόμα περισσότερο από το σύνηθες του παλαιότερου Χόλιγουντ να βρει μια κάποια επιτυχία. Κι αυτή για τον γεννημένο στο Σαν Φρανσίσκο ηθοποιό, που δαπάνησε μια προβληματική σχολική ηλικία, φασαριόζικη μετέπειτα, στρατευμένη (στην Κορέα) ενηλικίωση και γενικότερα ανακοινωμένη τάση καλοπέρασης αντί σκληρής δουλειάς, ήρθε από την τηλεόραση. Στο τηλεοπτικό Rawhide (1959-1965) o Ίστγουντ δούλεψε πραγματικά πολύ, αν όχι στον ρόλο που ποτέ δεν συμπάθησε, τουλάχιστον στο φτιάξει στομάχι έναντι των συνηθέστερα κάκιστων κριτικών.

Όταν ήρθε, από σύμπτωση, ο Λεόνε στη ζωή του, ο Κλιντ άρπαξε την ευκαιρία και με τα δύο χέρια. Ο clean cut ηρωϊσμός δεν ήταν του γούστου του και ο αψηφών αμοραλισμός του Ανθρώπου Δίχως Όνομα χρειαζόταν την βαριά κίνηση, το πέτρινο βλέμμα, το cigarrillo και το poncho που θα του φορούσε το διασημότερο σπαγγέτι της ιστορίας. Με το «Για Μια Χούφτα Δολλάρια», στα 34 του, ο Ίστγουντ έγινε γνωστός στην Ευρώπη, αλλά (με την βοήθεια της κριτικής που, κατά το συνήθειο της και πλην εξαιρέσεων, δεν κατάλαβε τίποτα) στην Αμερική παρέμεινε άγνωστος. Θα χρειαζόταν να κλείσει η τριλογία με το «Ο Καλός ο Κακός και ο Άσχημος» για να ανακοινωθεί ο ερχομός του στο Χόλιγουντ.

Μέχρι τις αρχές του '70 οι ρόλοι θα μοιράζονταν ανάμεσα σε ευπρεπή γουέστερν («Κρεμάστε τους Ψηλά» και διασκεδαστικά πολεμικά («Kelly's Heroes»). Τότε όμως, το 1971, ήδη 41 πια, μια από εκείνες τις χρονιές που όλα συνωμοτούν ευμενώς, η πορεία θα γινόταν μετεωρική. Από τη μια το «Beguiled» του Ντον Σίγκελ, που απέτυχε εισπρακτικά αλλά τον φανέρωσε σαν ικανότερο ηθοποιό ακόμα και σ' εκείνους που χρειάζονται θεαματικότερα στιλ για να αντιληφθούν ταλέντο. Από την δεύτερη ο «Βρώμικος Χάρι», ξανά του Ντον Σίγκελ που αποτέλεσε αιτία τεράστιας εμπορικής δόξας και τουλάχιστον διχασμένης (αλλά εξτρεμιστικά) κριτικής αντιμετώπισης. Έκτοτε, ακόμα κι ως σήμερα, αν είσαι χαμηλής αντιληπτικότητας λόγω φανατικού ιδεολογικού φόρτου, ο Ίστγουντ διχάζει. Θα αναφερθούμε στην συνέχεια. Τέλος, και ίσως σημαντικότερα, το 1971 θα είναι η χρονιά της σκηνοθετικής εισόδου. Το «Play Misty For Me» θα είναι μια τυπικά ιστγουντική σεμνή είσοδος και θα τιμηθεί, αναλογικά πάντα, κριτικά και εισπρακτικά.

Από εκεί κι έπειτα, για 48 συναπτά χρόνια, εξελίσσεται πολυβολικά (39 σκηνοθεσίες κι άλλες τόσες ερμηνείες) αλλά ποτέ βολεμένα, ένα ερμηνευτικό και, κυρίως, σκηνοθετικό έργο που κινείται περίτεχνα, αντιφατικά, απρόσμενα και, σχεδόν ανεξαιρέτως, σε συναρπαστική θεματική συνάφεια. Μέσα σ' αυτά τα χρόνια ο Ίστγουντ, με την βοήθεια των σταθερά διορατικών Γάλλων κριτικών (προεξάρχοντος του μεγάλου Πιερ Ρισιέν), άρχισε να αποκτά το ειδικό βάρος του auteur (όχι ότι τον απασχολεί...) και, σε πλήρη αντίστιξη με την επιπολαιότητα που συχνά διαχέεται στα περί των κινηματογραφικών, εγκαταστάθηκε στην συνείδηση της κριτικής ως «σοβαρός» (τι αστεία λέξη όμως) δημιουργός συνεκτικού οράματος.