10:54
31/5

Κλιντ Ίστγουντ: Ο Τελευταίος των Μοϊκανών

Η ακαδημαϊκή αναγνώριση, σχεδόν αναπόφευκτα, ήρθε στις αρχές του '90 με τους «Ασυγχώρητους», το γουέστερν-επίλογο πάνω στην βία και τις λογιών συνέπειές της. Αυτό δεν άλλαξε σε τίποτα τον Ίστγουντ, τον ρυθμό και το στιλ των παραγωγών του. Μια περίπου ταινία τον χρόνο, αρέσει δεν αρέσει στην κριτική, κάνει δεν κάνει (πολλά) εισιτήρια. Μέσα στην δεκαετία, ο «Τέλειος Κόσμος» (1993), «Οι Γέφυρες του Μάντισον» (1995) και τα «Μεσάνυχτα στον Κήπο του Καλού και του Κακού»(1997) ήταν μείζονες, εντελώς απρόσμενες και τελικά συναρπαστικές δημιουργίες ενός ανθρώπου που πορεύεται όλη του τη ζωή μ' ένα καλοαναθρεμμένο ένστικτο και μια μυώδη ηθική περιβολή. Μπορεί να κάνει μια (οριστική) ταινία για την αγαπημενη του jazz (είναι πιανίστας της) με το «Bird» (1988), μια μικρή ιστορία για μια μεγάλη προσωπικότητα και μια αδυσώπητη συνειδητοποίηση («Λευκός Κυνηγός, Μαύρη Καρδιά», 1990), ενώ θα κάνει την πλάκα του μ' ένα διαστημικό στόρι μεγάλου προϋπολογισμού («Space Cowboys» 2000) ενώ θα ξαναεπισκέπτεται στα 72 του μ' ένα φαινομενικά έλασσον αστυνομικό, τον Χάρι Κάλαχαν («Blood Work», 2002 – ίσως η πιο εύκολα παραγνωρισμένη ταινία του). Και όλα του θα διέπονται από ένα θεματικό βάθος, μια λαμπρή περιπλοκή και μια προκλητικά άριστη φιλμοκατασκευή.

Κάπου εκεί, το 2002, η κριτική (...) τον είχε τελειωμένο, οπότε ακριβώς εκεί ξεκινά (χαλαρά πάντα), η πιο απίστευτη «αναγέννηση» (εισαγωγικά για τους δύσπιστους, οι υπόλοιποι άψογο τον βρίσκαμε και πριν) σκηνοθέτη σοβαρά προχωρημένης ηλικίας. «Mystic River», «Million Dollar Baby» φέρνουν απροσδόκητο (κι ελπιδοφόρο για το τότε σινεμά) θρίαμβο και Όσκαρ, δεύτερο σκηνοθετικό και ταινίας με το απίστευτα μοντέρνο και μαζί συγκλονιστικό πυγμαχικό δράμα που μάλλον κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει. Και μετά, σα να μην συμβαίνει τίποτα, μια διλογία γυρισμένη back to back (!) πάνω στον 2οΠΠ, οι «Σημαίες των Προγόνων Μας» και τα «Γράμματα της Ιβοζίμα», να ξαναδιαβάζουν την ιστορία, να αποτίουν φόρο και ηρωϊκή τιμή στους «αντιπάλους», να σε αφήνουν και λίγο με το στόμα ανοιχτό με την κατασκευή, την τολμηρή θέση, τον βαρύ ανθρωπισμό. Το 2008 έρχεται και το «Gran Torino», όπου ο Ρεπουμπλικάνος Ίστγουντ πεθαίνει για τους Χμονγκ τιμωρώντας ομοεθνείς του που αγνοεί ως ουσιαστικούς συγγενείς.

Ιδεολογικά ο Ίστγουντ έχει προκαλέσει την μήνι του σοσιομιντιακού πολιτικού (παρα)λόγου, ενώ μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του '80 τα άκουγε από σταλινικούς φιλελεύθερους που τον θεωρούσαν ρατσιστή και φασίστα – η νύφη του «Βρώμικου Χάρι» πληρωνόταν ακόμη. Μετά έκανε λατρευτική ταινία για έναν μαύρο πρεζάκια (τον γιγάντιο Τσάρλι Πάρκερ) κι όποιος κατάλαβε κατάλαβε. Σήμερα το Δημοκρατικό κατεστημένο είναι (ακόμα) αμήχανο μπροστά σ' έναν sui generis (πια) καλλιτέχνη που παρατηρεί την έννοια της αμερικανικότητας, σχολιάζει αυτήν του ηρωισμού, υπογράφει εκείνην του καθήκοντος, σκιαγραφεί ασταμάτητα – με έργο και παράδειγμα – έναν απολεσθέντα ανθρωπότυπο που κοιτάζει να κάνει καλά τη δουλειά του, που προσπαθεί να τα βολέψει με το παρελθόν του, να αιτηθεί συγχώρεση αλλά και να αυτοτιμωρηθεί δεόντως για τα κρίματά του. Οι τελευταίες ταινίες του, «Βαποράκι» και «Η Μπαλάντα του Ρίτσαρντ Τζούελ» είναι ενδεικτικές.

Θέλει ειδική κράση για να είσαι «Κλιντ Ίστγουντ» σήμερα κι η αντοχή του είναι πολλαπλή ευλογία. Εργατικής νοοτροπίας, ηθικού ενστίκτου, καλλιτεχνικού θάρρους και διαχρονικά σεμνής στάσης απέναντι στην διασημότητα. Να είναι γερός, η ζωή κάποιων από μας μετριέται με τις προσθήκες, τις εντάσεις και τις υπομνήσεις των έργων του.