12:49
19/10

Για το «Χορεύοντας με τους Λύκους»

Λίγα λόγια για ένα γουέστερν που, τρεις δεκαετίες και κάμποσες (ευκαιριακές) επικρίσεις αργότερα, καταλαμβάνει με άνεση τον χώρο που από την αρχή του αναλόγησε: του κλασσικού.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Όσο κι αν σήμερα, που 9 στους 10 ακούνε τη λέξη «γουέστερν» και παθαίνουν αναφυλαξία, φαντάζει απίθανο πως υπήρξε μια εποχή που μια ταινία του είδους όχι μόνο θα ήταν η 3η εμπορικότερη ταινία της χρονιάς της (άνετα το πιο επιτυχημένο εισπρακτικά γουέστερν της ιστορίας) αλλά θα έφτανε ως τον οσκαρικό θρίαμβο με 12 υποψηφιότητες και 7 βραβεία. Κι όμως, συνέβη, κι όλοι οι έπαινοι ανήκουν δικαιωματικά στον Κέβιν Κόστνερ, που στον κολοφώνα της δόξας του θα ακολουθούσε την καρδιά του με μονομανία, θα έκλεινε τ' αυτιά στους πολλούς που τον περιγελούσαν πως η ταινία του είναι ένα σχέδιο καταδικασμένης ματαιοδοξίας, θα χρειαζόταν ακόμα και να βάλει (πολλά) λεφτά απ' την τσέπη του, προκειμένου να ολοκληρώσει μια μεγαλειώδη κατασκευή ταινίας με εθνικού μεγέθους φιλοδοξίες.

Τεράστιο σε διάρκεια (181 λεπτά – υπάρχει και τετράωρη εκδοχή στην οποία ο Κόστνερ ισχυρίζεται πως δεν έχει ανάμειξη), το «Χορεύοντας με τους Λύκους» είναι σκηνοθετικός άθλος που δεν χωράει το μυαλό σου, ιδίως αν αναλογιστείς πως είναι και ντεμπούτο, είναι ένα έργο που εξωκινηματογραφικά δημιούργησε μιαν ατμόσφαιρα αναθεώρησης, προσωποποιώντας την (έτσι κι αλλιώς ασυγχώρητη) αίτηση μετανοίας της προοδευτικής Αμερικής για τα γενοκτονικά κρίματα των Πατέρων απέναντι στους γηγενείς Αμερικανούς. Ο Κόστνερ, στα 34 του, ανέλαβε ένα υπεράνθρωπο έργο που κανείς δεν πίστευε πως μπορεί να ευοδωθεί – το γουέστερν πρακτικά δεν υφίστατο ως ταμειακά βιώσιμο είδος, με την εξαίρεση των περιστασιακών προσθηκών του Κλιντ Ίστγουντ – φέρνοντάς σε πέρας εν μέσω οδυσσεϊκών γυρισμάτων στην Νότια Ντακότα, το Γουαϊόμινγκ και τη Νεμπράσκα, ένα φιλμ επικό σε διαστάσεις και σκοπό μα και εκσυγχρονισμένα λυρικό στον χαρακτήρα του.

Να είναι η εκπληκτική φυσική ομορφιά των πλάνων του στυλίστα Ντιν Σέμλερ (κέρδισε το όσκαρ) κι οι μνημειώδεις συνθέσεις του Τζον Μπάρι (επίσης τιμήθηκε) που ισορροπούν το έπος της διαδρομής ενός ανθρώπου στον ιστορικό χρόνο και την αυτογνωσία, με την λυρικότητα της γνωριμίας του με το ενοχικό φυλετικό του ασυνείδητο; Να είναι καθαυτή η ιστορία σκοτεινών χρόνων μιας τραυματισμένης χώρας; Να είναι ο ίδιος ο Κέβιν Κόστνερ, που στην εποχή ενός κραταιού stardom ήταν το πιο καυτό χαρτί της βιομηχανίας; (Και πόσο μεγαλώνει η προσωπική του καλλιτεχνική αξία αν σκεφτείς πως ένας σταρ ούτε 3ετίας τότε ανέλαβε τέτοιο ρίσκο..). Όλα θα έπαιξαν τον ρόλο τους.

Το «Χορευύονταςμε τους Λύκους» όμως, παρά την μεταχρονολογημένη κριτική που κάθε εποχή μπορεί να ασκήσει (σήμερα θα είναι υπό την επήρεια του λεξιλογίου της ορθότητας που βλέπει whitewashing παντού), είναι η ταινία που έδωσε μορφή στην ιστορική αναγκαιότητα μιας επίσημης εθνικής συγγνώμης, που ταίριαξε την ιστορικότερη αμερικάνικη κινηματογραφική αισθητική (του γουέστερν) στην πολιτική μυθοπλασία που της άξιζε, που έβαλε τον τίτλο της στην αργκό των λεξικών. Είναι το επίτευγμα και η (μια ακόμα) απόδειξη για την δυνατότητα του μέσου να ιχνηλατήσει μέσα στις μεγάλες ιστορίες τα μικρά επεισόδια που τις συνθέτουν.

Με όλες του τις (λιγοστές) ατέλειες, το «Χορεύοντας με τους Λύκους» είναι χολιγουντιανό, μυθοποιητικό δείγμα σκεπτόμενου, αντιφατικού, ενοχικού και καθαρτήριου σινεμά, που φτιάχτηκε ελεύθερο από την λογική της «ανάγνωσης της αγοράς», την σάρωσε και στρογγυλοκάθησε στις πολυθρόνες μιας υπέροχης λέσχης προσηνώς μεγαλεπήβολων ταινιών που γίνονταν κάποτε με αίτιο το όραμα κι όχι την οικονομία.