15:28
15/4

Έμα Τόμσον: Το απολαυστικό, πολύπλευρο ταλέντο

60 ετών σήμερα μια σημαία της βρετανικής κουλτούρας των σχεδόν 30 τελευταίων ετών, Κυρία επισήμως από την Βασίλισσα το 2018 και η μοναδική καλλιτέχνις που έχει τιμηθεί με ερμηνευτικό και συγγραφικό Όσκαρ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Βέβαια τα βραβεία και τις υποψηφιότητες της Έμα Τόμσον θέλεις ειδικό ντουλάπι για να τα χωρέσεις: Έχει δύο Όσκαρ (ένα για την «Επιστροφή στο Χάουαρντς Εντ» κι ένα για το σενάριο της «Λογικής κι Ευαισθησίας» - είναι λάτρις και ειδικός της Τζέιν Όστεν), τρία BAFTA, δυο Χρυσές Σφαίρες, ένα Έμμυ και αναρίθμητα βραβεία πιο περιορισμένης εμβέλειας. Η γεννημένη στο Λονδίνο ηθοποιός, με μισό αίμα σκωτσέζικο αλλά και ολόκληρο εμποτισμένο από οικογενειακό καλλιτεχνικό ταλέντο, ακόμα κι η ίδια παραδέχεται ότι οι πιθανότητες να μην γίνει ηθοποιός ήταν περιορισμένες, ήδη από το σχολείο και το πανεπιστήμιο έδειξε τις κατακτημένες ροπές της.

Κωμικά χαρισματική, γεγονός που μόλις τα τελευταία χρόνια αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο – και πολλές φορές για εξωκινηματογραφικούς λόγους – η Τόμσον έκανε παρέα στο Καίμπριτζ και μετά στην τηλεόραση (στην οποία έχει κολλήσει άπειρα ένσημα και εύσημα) με όλη την καλή κοινωνία των Άγγλων που σήμερα κοσμεί τα ψυχαγωγικά πράγματα. Από τον Στέφεν Φράι και τον Χιου Λόρι, μέχρι τον Ρόουαν Άτκινσον και τον Ρόμπι Κολτρέιν, η Τόμσον ήταν σχεδόν μόνη σ’ έναν ανδρικό κόσμο - από τον οποίον και ξεχώρισε.

Εκεί, στα τέλη του ’80, ο δρόμος αυτός ήταν σημειωμένος πάνω στο όνομα Κένεθ Μπράνα. Έκαναν θέατρο και σινεμά μαζί, ενδιέφεραν τα μίντια όμως ποτέ μα ποτέ, παρά την μετεωρική φήμη του Μπράνα τότε στα θεατρικά πράγματα (που ανέβαζε Λιρ χωρίς να έχει πατήσει τα 30 ο αθεόφοβος), δεν επισκιάστηκε η Τόμσον και η δυναμική της. Δυναμική που ξεχώριζε και στον θαυμάσιο «Ερρίκο τον Ε’» (το ντεμπούτο της το 1989) και στο «Peter’s Friends» (που ήταν κάτι σαν «Μεγάλη Ανατριχίλα») και στο κενό μα εντυπωσιακό «Dead Again» (συχνό πρόβλημα στον σκηνοθέτη Μπράνα αυτό) και στο «Πολύ Κακό για το Τίποτα» του ’93.

Το οποίο ΄93 είναι μια φανταστική χρονιά για την 34χρονη ηθοποιό, καθώς θα γινόταν η μόλις 8η περίπτωση διπλής οσκαρικής υποψηφιότητας την ίδια χρονιά (έκτοτε έχουν συμβεί άλλες τρεις) αφού παίζει στο «Εις το Όνομα του Πατρός» και στα «Απομεινάρια μιας Μέρας» και αποτυπώνει στην εντέλεια την μια πλευρά της ερμηνευτικής της ταυτότητας. Από την εγγλέζικη εκδοχή της άψογης συναισθηματικής αποτυχίας στον Άιβορι ως την άτεγκτη stiff upper lip αυστηρότητα της δικηγόρου στην ταινία του Σέρινταν, η Τόμσον βρίσκει εγκαρτέρηση, ηθική στάση κι ενσυναίσθηση, βρίσκει το δριμύ, εκφρασμένο ή ανέκφραστο, πάθος και την μεγάλη απόδειξη – αλλά ποτέ επίδειξη – ανθρωπιάς, που μοιάζει να έχει και σαν προσωπικότητα.

Η άλλη της πλευρά, ασυνήθιστη και ευπρόσδεκτη, είναι η κωμική της πλευρά, ένα ταμπεραμέντο έως και μεσογειακής εξωστρέφειας, περασμένο βέβαια πάντα μέσα από την «ξεδιάντροπη» αγγλικότητά της που αποπνέεται από την αρχετυπική προφορά, τις φράσεις και τους τονισμούς της. Απλώς το ωραίο της είναι πως παίζει μ’ αυτά, με το εγγενές φλέγμα της Αγγλίδας που σατιρίζει αυτό που την παγιδεύει, κάνοντας εαυτόν και κατάσταση απολαυστικά διαποτίζοντας τους ρόλους της με το χιούμορ μιας θερμής, «αμήχανης» ειρωνείας.

Ο δεσμός της με τον Μπράνα έληξε το ’95 ρίχνοντάς την στο πρόθυρα της κατάθλιψης που δεν διήρκεσε πάντως πολύ καθώς στα γυρίσματα της «Λογικής κι Ευαισθησίας» γνώρισε τον Γκρέγκ Γουάιζ, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, νοικοκυρεύτηκαν κι όλα μπήκαν στη σειρά τους. Η Τόμσον ήταν ανέκαθεν εκλεκτική στις επιλογές της, ενώ ειδικά η σχέση της με το Χόλιγουντ περιοριζόταν πάντοτε στα απολύτως απαραίτητα, χωρίς ποτέ να ανήκει στους ηθοποιούς που εκπατρίζονται για το ηλιόλουστο Λος Άντζελες, που η ίδια θεωρεί «ωραίο αν μπορείς να φύγεις ανά πάσα στιγμή».

Ωστόσο, οι τρεις εμφανίσεις στον «Χάρι Πότερ», οι δυο ταινίες της «Νάνι Μακφί» (2005 και 2010), που τις έχει γράψει κιόλας και αποτελούν σημαντικές εμπορικές επιτυχίες, ασφαλώς «Η Μαγική Ομπρέλα» και κάμποσες εμφανίσεις της που ανεβάζουν άμεσα το αποτέλεσμα, μαρτυρούν μια ανεξάντλητη πηγή ερμηνευτικής ενέργειας κι ένα ασίγαστο πάθος για τη δουλειά.

Αν πρέπει να προτείνεις κάποιες εξ αυτών, μακριά από τα φώτα της μεγάλης δημοσιότητας, μπορείς να συμπεριλάβεις την «Ερωτική Έμπνευση» του ’91 με Χιου Γκραντ και Τζούντι Ντέιβις, την «Κάρινγκτον» του ’95 με τον Τζόναθαν Πράις, το «Ο Επισκέπτης του Χειμώνα», που είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Άλαν Ρίκμαν στο οποίο η Τόμσον συμπρωταγωνιστεί με την μαμά της, Φιλίντα Λο, και το «Η Τελευταία Ευκαιρία», που κάνει ένα ωραιότατο ζευγάρι με τον Ντάστιν Χόφμαν και όποτε τον έχει απέναντί της τον συμμορφώνει από τις πολλές του μανιέρες.

Είναι αιχμή του δόρατος η Έμα Τόμσον, η προφορά της αποτελεί ενθύμιο βρετανικής λαμπρότητας, έχει και τις εκτεταμένες ακτιβιστικές δράσεις της αξιοποιημένης της διασημότητας, να είναι γερή, από το ’93 της δυνητικά συνταρακτική τη βρίσκουμε, έχει πολλά ακόμα να δώσει.