10:51
16/11

Essential Cinema #25: «Two-Lane Blacktop» (1971) του Μόντε Χέλμαν

Τo cinemagazine συγκεντρώνει μερικές από τις κορυφαίες ταινίες που έγιναν ποτέ και γράφει αναλυτικά γι’ αυτές.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Υπήρξε μια στιγμή κατά την οποία ο Μόντε Χέλμαν έφτασε πολύ κοντά στο να συναντήσει την αναγνώριση που του άξιζε. Τυχοδιωκτικός σκηνοθέτης που δούλευε διαρκώς στο περιθώριο των στούντιο, ο Χέλμαν είχε προηγουμένως βρει στο γουέστερν ιδανικό καταφύγιο για τις ελλειπτικές αφηγήσεις και τις μεταφορικές θεματικές του, υπογράφοντας δυο μικρά κομψοτεχνήματα: το «Ride In The Whirlwind» στα 1965 και το «The Shootist», δυο χρόνια μετά.

Την καθοριστική εκείνη περίοδο που ο «Ξένοιαστος Καβαλάρης» γινόταν η επιτυχία-φαινόμενο και μαζί η σημαία μιας ολόκληρης γενιάς, το Χόλιγουντ άρχισε να αναζητά επίμονα την επόμενη ταινία που θα μπορούσε να αναχθεί σε έμβλημα της τότε αντι-κουλτούρας, με τον ίδιο τρόπο που η δημιουργία του Ντένις Χόπερ το είχε καταφέρει. Ο Χέλμαν είχε το ενδεχόμενο μιας τέτοιας ταινίας στα χέρια του: ένα αινιγματικό και αλληγορικό σενάριο που σκιαγραφούσε με τον πιο απαισιόδοξο τρόπο την Αμερική των αρχών του ’70 μέσα από την περίπτωση δυο νεαρών φίλων που διασχίζουν την ενδοχώρα, κερδίζοντας το χαρτζιλίκι τους από στοιχήματα για παράνομους αγώνες ταχύτητας στους οποίους συμμετέχουν.

Ο σκηνοθέτης έκανε την ταινία του να μοιάζει με το θλιμμένο χανγκόβερ μετά το μεθύσι των sixties.

Ο Οδηγός και ο Μηχανικός-όπως μας τους συστήνει το σενάριο-τρέχουν αδιάκοπα την Σεβρολέτ τους από την μία κούρσα στην άλλη, προσθέτοντας αλλεπάλληλα χιλιόμετρα στο κοντέρ τους, ανταλλάσσοντας ελάχιστες κουβέντες μεταξύ τους και επιβαίνοντας στο ίδιο συνεχές ταξίδι. Οι δυο ήρωες δεν έχουν όνομα, δεν έχουν παρελθόν, δεν έχουν τίποτα να πουν για τον εαυτό τους. Το μόνο που τους ενώνει είναι μια ψυχωτική αγάπη για τα αυτοκίνητα, την άσφαλτο και την ηδονή της ταχύτητας. Στόχος τους, η συνεχής μετακίνηση, η αδιάκοπη φυγή. Προορισμός δεν υπάρχει. Μόνο αποστάσεις που πρέπει να καλυφθούν.

Ένα νεαρό κορίτσι που συναντούν σε κάποια σύντομη στάση τους αποφασίζει να περιπλανηθεί μαζί τους. Δηλώνει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και τους ακολουθεί. Από το τιμόνι της γυαλιστερής του Πόντιακ, ένας υπερφίαλος μεσήλικας άντρας με το όνομα G.T.O. προσκαλεί λίγο αργότερα τους δύο ήρωες σε αναμέτρηση. Όποιος τερματίσει πρώτος στην διαδρομή από το Νέο Μεξικό στην Ουάσινγκτον κερδίζει το αμάξι του άλλου. Η κούρσα ξεκινά. Για τους τέσσερις ασυνήθιστους επιβάτες της, δεν θα τελειώσει ποτέ.

Ο Χέλμαν προσέλαβε για τον ρόλο του G.T.O. τον Γουόρεν Όουτς, με τον οποίο είχε συνεργαστεί στην προηγούμενή του ταινία, ξεκινώντας από εκεί μια φιλιά που έμελλε να διαρκέσει χρόνια. Διάλεξε, ωστόσο, να αναθέσει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους όχι σε κανονικούς ηθοποιούς, αλλά σε δυο απαίδευτους ερμηνευτικά μουσικούς: Τον τραγουδοποιό Τζέιμς Τέιλορ και τον ντράμερ των Beach Boys (και σόλο τραγουδιστή) Ντένις Γουίλσον. Ο μοναδικός γυναικείος χαρακτήρας της ταινίας κατέληξε μετά από πολύμηνες οντισιόν στην 18χρονη Λόρι Μπερντ- την μετέπειτα τραγική αυτόχειρα που, εφτά χρόνια αργότερα, διάλεξε να βάλει απότομα τέλος στην ζωή της. 

Το φιλμ που καίγεται στο φινάλε, αφήνοντας ήρωες και ιστορία να αιωρούνται στο κενό, είναι ίσως μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της αμερικανικής οθόνης του ’70.

Τον Απρίλη του 1971 κι ενώ το φιλμ δεν είχε ακόμη κυκλοφορήσει στις αίθουσες, το περιοδικό Esquire του χάριζε στο εξώφυλλό του μια υποψηφιότητα για «Καλύτερη Ταινία της Χρονιάς». Τέτοια ήταν η σιγουριά για την αίσθηση που αναμενόταν να προκαλέσει το «Two- Lane Blacktop» ώστε στο εσωτερικό του δημοφιλούς εντύπου δημοσιευόταν και το σενάριο - ένα προνόμιο που ουδέποτε ξανά είχε δοθεί σε ταινία. Μια κλιμακούμενη αίσθηση προσμονής άρχισε να γέρνει βαριά από εκείνη την στιγμή στις πλάτες του Μόντε Χέλμαν και του υπαρξιακού road movie που ετοίμαζε. Ένας θόρυβος που γύρευε πάση θυσία να δικαιωθεί.

Τον Ιούλιο, το πολυαναμενόμενο φιλμ κυκλοφορεί στα σινεμά εν μέσω εξαιρετικά φειδωλών κριτικών που παραπονιούνται για την ασάφεια της ιστορίας και για τη μονότονη υποκριτική του Τέιλορ και του Γουίλσον. Η πρώτη φουρνιά θεατών που μπαίνουν να δουν την ταινία εγκαταλείπει μουδιασμένη. Μακριά από την εξωστρέφεια και την απλοϊκή σαφήνεια του «Ξένοιαστου Καβαλάρη», ο Μόντε Χέλμαν πρόσφερε στο δικό του φιλμ μια πλοκή-φάντασμα και δυο χαρακτήρες που μοιάζουν με θολές κουκίδες στο ανοιχτό σινεμασκόπ τοπίο. Στερούσε επιπλέον από το κοινό του όχι μόνο κάποιες απαντήσεις αλλά και ένα υποτυπώδες, έστω, φινάλε που θα μπορούσε να βάλει κατακλείδα στην αδιέξοδη και ανώφελη πορεία των ηρώων.

Η ταινία αντλούσε ασφαλώς σημασίες και έννοιες από το οικείο και πολυχρησιμοποιημένο λεξικό της εποχής: νεανική αλλοτρίωση, έλλειψη προσανατολισμού, απουσία νοήματος, μηχανοποίηση των πάντων, σύγκρουση του παλιού κόσμου με τον καινούριο, η μεγάλη αμερικανική αποξένωση όπως την βιώνουν δυο γενιές αντρών και μαζί μια ολόκληρη χώρα. Όλα βρίσκονταν ωστόσο κρυμμένα πίσω από τις βαριές σιωπές και τα άδεια βλέμματα των ηρώων. Ο σκηνοθέτης δεν άφηνε τίποτα να εκδηλωθεί. Έκανε την ταινία του να μοιάζει με το θλιμμένο χανγκόβερ μετά το μεθύσι των sixties. Με το ξύπνημα σε ένα ταξίδι για το πουθενά. Το φιλμ που καίγεται στο φινάλε, αφήνοντας ήρωες και ιστορία να αιωρούνται, είναι ίσως μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της αμερικανικής οθόνης του ’70. Φυλακίζει μέσα στο παγωμένο πλάνο το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Και την αγωνία γι΄ αυτό που ξημερώνει. Γι΄ αυτό που έρχεται. Ή πολύ απλά γι’ αυτό που απομένει.

Η αποτυχία της ταινίας έκοψε οριστικά κάθε προσπάθεια του σκηνοθέτη να αγγίξει ένα ευρύτερο κοινό. Έκτοτε ο Χέλμαν επέστρεψε στον γνώριμό του κόσμο, εκείνο των φτηνών και πολύ προσωπικών ταινιών που ελάχιστοι επρόκειτο να δουν. Μέχρι σήμερα χαμογελά πικρά όταν κάποιος αναφέρει το «Two-Lane Blacktop» ως μια από τις καλύτερες δημιουργίες της δεκαετίας του ‘70. Σκέφτεται πόσο αργά είναι για κάτι τέτοιο.

TWO-LANE BLACKTOP
Ηνωμένες Πολιτείες, 1971
Σκηνοθεσία:
Μόντε Χέλμαν Σενάριο: Ρούντολφ Γούρλιτζερ, Γουίλ Κόρι Διεύθυνση φωτογραφίας: Τζακ Ντίερσον Μουσική: Μπίλι Τζέιμς Πρωταγωνιστούν: Τζέιμς Τέιλορ, Ντένις Γουίλσον. Γουόρεν Όουτς, Λόρι Μπερντ, Χάρι Ντιν Στάντον, Ντέιβιντ Ντρέικ Διάρκεια: 102’