11:23
18/9

Γκρέτα Γκάρμπο: Η αιώνια Εικόνα

Ο Γουίνστον Τσώρτσιλ έλεγε για την Ρωσσία πως «είναι ένας γρίφος, τυλιγμένος σ’ ένα μυστήριο μέσα σ’ ένα αίνιγμα». Θα ήταν ο ιδεώδης τίτλος μιας βιογραφίας για την γεννημένη σαν σήμερα Γκρέτα Γκάρμπο. Την μεγαλύτερη προπολεμική ηθοποιό, ίσως την μεγαλύτερη Σταρ όλων των εποχών και οπωσδήποτε τον πιο ιδιωτικό άνθρωπο που πέρασε ποτέ από το Χόλιγουντ.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ωστόσο, εκείνα που ο καθένας θέλει να κρατήσει για τον εαυτό του είναι αυτά ακριβώς που οφείλεις να σεβαστείς. Ένας ηθοποιός έχει έργο να μελετηθεί από και για αυτόν, τα υπόλοιπα είναι για τους κουτσομπόληδες. Η Γκάρμπο, άθελά της, έδωσε τροφή για όλους. Μέχρι που αποσύρθηκε, σε πλήρη δόξα, στα 36 της, «για λίγο», όπως ισχυρίστηκε. Το αποτράβηγμά της θα κρατούσε για τα υπόλοιπα 49 χρόνια της ζωής της.

Η Γκάρμπο γεννήθηκε στην Σουηδία ως Γκρέτα Γκούσταφσον το 1905, σε πολύ φτωχικές συνθήκες και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο προκειμένου να φροντίσει τον βαριά άρρωστο πατέρα της. Μετά τον θάνατό του, άρχισε να δουλεύει σε διάφορες δουλειές, μία εκ των οποίων θα ήταν αυτή της πωλήτριας σε μαγαζί ρούχων. Εξ αιτίας της δουλειάς της χρειάστηκε να παίξει σε δύο διαφημιστικά φορώντας μια ανδρική κολεξιόν κι από κεί αντιλαμβανόμενη εκ των αντιδράσεων της φυσική της σχέση με τον φακό, έπαιξε σε μια κωμωδία για να λάβει εν συνεχεία μια υποτροφία στο Βασιλικό Δραματικό Θέατρο της χώρας, το μέρος που κάθε φιλόδοξος ηθοποιός ήλπιζε να βρεθεί.

Η υποτροφία όμως έμελλε να διακοπεί στο πρώτο έτος αφού εκεί την εντόπισε ο Μόριτς Στίλερ, ο μεγαλύτερος τότε σκηνοθέτης της ακμάζουσας κινηματογραφικά χώρας - μαζί με τον Σγιέστρεμ (ο γέρος στις «Αγριοφράουλες» του Μπέργκμαν) και μια φορά σκηνοθέτης της Γκάρμπο κι αυτός!. Ο Στίλερ ήταν ο μέντοράς της, της άλλαξε το όνομα σε Γκάρμπο, σφυρηλάτησε τον αρχικό της τρόπο και την είχε πρωταγωνίστριά του σε δύο ταινίες, η δεύτερη των οποίων, το «Streets of Sorrow» του Πάμπστ («Τα Δράματα Εις τους Οίκους Ανοχής», στην Ελλάδα!), έκανε την Γκάρμπο την ανατέλλουσα σταρ της Γηραιάς Ηπείρου.

Όλ’ αυτά δεν διέφυγαν της προσοχής του Λούϊ Μπ. Μάγιερ, του θρυλικού επικεφαλής της MGM, που ήθελε επιτακτικά να φέρει τον Στίλερ (όχι την Γκάρμπο…) στο Χόλιγουντ. Ο σκηνοθέτης όμως έβαλε όρο να είναι κι εκείνη μαζί του. Κι έτσι, το 1925, η Γκάρμπο καταφθάνει στην Αμερική, μια χώρα που τα γράμματά της αποκαλύπτουν πως ποτέ δεν αγάπησε και ποτέ δεν εγκατέλειψε. Τα σχέδια για την ταινία που θα έκαναν μαζί στο Χόλιγουντ δεν ενσαρκώθηκαν ποτέ - μάλιστα για τον Στίλερ τα πράγματα θα ήταν τραγικά, άλλαζε στούντιο, δεν κατάφερνε να συνεννοηθεί με τους διευθυντές των majors για να επιστρέψει τελικά στην Σουηδία και να πεθάνει νεαρότατος, στα 45 του, από πλευρίτιδα.

Για την Γκάρμπο όμως η ιστορία θα γραφόταν διαφορετικά. Το «Flesh and the Devil» του Κλάρενς Μπράουν θα άφηνε το πρώτο vamp αποτύπωμα του είδους της σταρ που θα ήταν η Γκάρμπο για τα επόμενα 15 χρόνια: Απόμακρη, αινιγματική, υπόγεια μελαγχολική, εσωστρεφής, ανικανοποίητη. Τα περιοδικά και το ραδιόφωνο της εποχής είχαν σαστίσει μπροστά στην επιτυχία της. Η Γκάρμπο, μέσα σε μόλις τρία χρόνια, ήταν σε θέση να διαπραγματευθεί το συμβόλαιό της με την Μέτρο. Θα έπαιρνε το αστρονομικό ποσό των 270.000 δολλαρίων ανά ταινία (στην πορεία έφτασε και το μισό εκατομμύριο!), έχοντας ασυνήθιστα υψηλό έλεγχο στο σκριπτ, τον σκηνοθέτη και το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Η αίγλη των προπολεμικών σταρ δεν έχει αντίστοιχο στην ιστορία του Χόλιγουντ. Και η Γκάρμπο ήταν στην κορυφή της πυραμίδας.

Ο ερχομός του ομιλούντος προβλημάτισε πολύ την MGM, όπως κάθε στούντιο τότε για τους σταρ του, για το κατά πόσον ο κόσμος θα δεχόταν τη φωνή και τη βαριά προφορά της Γκάρμπο. Η απάντηση ήταν μια διπλή υποψηφιότητα για όσκαρ στην πρώτη της ομιλούσα χρονιά (με την «Άννα Κρίστι» και το «Romance», αμφότερα του Μπράουν) και η σαρωτική εισπρακτική επιτυχία.

Από κει και μετά οι ταινίες είναι ιστορία. «Grand Hotel», «Anna Karenina», «Mata Hari», «Βασίλισσα Χριστίνα», «Μαρία Βαλέφσκα», «Η Κυρία με τις Καμέλιες», «Νινότσκα» - για τα δύο τελευταία δύο υποψηφιότητες για όσκαρ ακόμη. Για τον σημερινό θεατή, τον αναπόφευκτα αμύητο στην εξέλιξη της υποκριτικής στον κινηματογράφο, η Γκάρμπο θα φανεί θεατρική μ’ έναν πομπώδη τρόπο, απ’ ευθείας κατάλοιπο του 19ου βέβαια αιώνα, προτού η μοντέρνα αντίληψη της υποκριτικής αλλάξει τον χάρτη. Αν όμως κάποιος δει προσεκτικότερα, στα «διαλείμματα» του στόμφου, στις στιγμές καθημερινότητας των bigger than life ηρωίδων της, θα δει τις πρώτες εκλάμψεις ενός νατουραλισμού, την πρώτη φορά που θα συνέβαινε ανεπιτήδευτα αυτό που η Μέθοδος θα έκανε «επαγγελματικά». Ο πρώτος ρεαλισμός ανήκει στην Γκάρμπο.

Τα τέλη του ’30, ωστόσο, με την φτώχεια των απόνερων του κραχ και τα πρώτα σύννεφα του πολέμου, δεν ταίριαζαν με τον κοσμοπολιτισμό και την εξτραβαγκάντσα της ζωής των χρυσοποίκιλτων σταρ. Η Γκάρμπο, εκεί στην ωριμότητά της, έδινε μερικές από τις ωραιότερες ερμηνείες της, σε ταινίες που, για μια φορά, ενέκρινε και η ίδια, όμως το στυλ και η δυσπροσιτότητά της (η τελευταία της συνέντευξη στην Αμερική ήταν το 1927!) απομάκρυναν πια τον κόσμο που κάποτε προσήλκυαν για τον ίδιο λόγο. Ο 20ος αιώνας δεν ήταν γι’ αυτήν.

Η τελευταία της ταινία ήταν τον «Two-Faced Woman» του Κιούκορ, το 1941, μια ταινία που γράφει στα γράμματά της πόσο την απογοήτευσε. Η σφοδρή αποτυχία της, έφερε την Γκάρμπο πιο κοντά στο προδιαγεγραμμένο, αν και αντίθετα με την κοινή πεποίθηση, μέχρι τα τέλη του ’40 αναδεύονταν φήμες επιστροφής της. Στην ωραιότερη των φημών, απέρριψε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Sunset Boulevard», θα ήταν πράγματι η μόνη που θα μπορούσε να είναι καλύτερη από την Σβάνσον.

Το 1955 η Ακαδημία της έδωσε το μοναδικό της Όσκαρ για την συνεισφορά της στον κινηματογράφο (φυσικά αυτή δεν παρέστη) και κανείς, πλην των πάντα αδιάκριτων φωτορεπόρτερ δεν την ξαναείδε. Έζησε την υπόλοιπη ζωή της στη Νέα Υόρκη, συλλέγοντας αντικείμενα τέχνης, κάνοντας βόλτες στην πόλη και θρυλικούς παραθερισμούς με προσωπικούς της φίλους από το διεθνές τζετ σετ, δεν παντρεύτηκε ποτέ, δεν έκανε οικογένεια, δεν «απάντησε» στα ερωτήματα που η δημοσιότητα ήθελε να θέτει.

Η Γκάρμπο, αιώνια (…) εκτεθειμένη πια στο μουσείο των ταινιών της - μουσείο δυστυχώς μιας και τα έργα αυτά δεν βλέπονται όπως και όσο τους πρέπει πλέον, οι καιροί είναι αδυσώπητοι – είναι εκεί να την δεις, να την εκτιμήσεις να τηλεμεταφερθείς σε μια ολότελα διαφορετική εποχή αντίληψης της Εικόνας, να σκεφτείς πάνω στην σημασία της για την υποκριτική. Ψηφίστηκε από το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου ως η πέμπτη μεγαλύτερη σταρ όλων των εποχών, πίσω από ηθοποιούς που έζησαν κινηματογραφικά πολύ περισσότερο έχοντας τη ροή ενός αιώνα με το μέρος τους.

Δεν νομίζω να την απασχόλησε ποτέ..