15:47
19/3

Γκλεν Κλόουζ: 10 ερμηνείες μιας Μεγάλης Κυρίας

Μπορεί να περνιέται μια εικόνα «ατυχούς» στο ευρύ κοινό, ατυχείς είναι αυτοί που τα γράφουν, αφού η 73χρονη σήμερα Κλόουζ, πέραν των 7 της υποψηφιοτήτων, έχει βραβευθεί με τρία Τόνι και τρία Έμμι, είναι σχεδόν 40 χρόνια περιζήτητη, δεν επαναλήφθηκε ποτέ κι έχει μια γκάμα να περηφανεύεται που άλλες δεν θα φτάσουν ποτέ. Διαλέγουμε 10 ταινίες ενός ευρύτατου, περιπετειώδους ταλέντου.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

«Η Μεγάλη Ανατριχίλα» («The Big Chill», 1983) του Λόρενς Κάσνταν

Οι μεγάλες ταινίες συχνά γίνονται τέτοιες αναπληρώνοντας το όποιο τους καλλιτεχνικό έλλειμμα με μια επικαιρότητα, μια ευαισθησία ενός έκθετου νεύρου, με μια τελικά σφυγμική σχέση με το θέμα τους. Αν είναι και τυχερές να έχουν την ιπποδύναμη μιας ωραίας γενιάς ηθοποιών, τότε παίρνεις την σπάνια περίπτωση μιας «Μεγάλης Ανατριχίλας». Η Κλόουζ παρότι μόλις 35άρα έχει ήδη το ύφος της παραπονεμένης μάνας, εδώ όμως διανθισμένο με μια λες άρτι ανακαλυφθείσα ερωτικότητα, μια χειραφετημένη μαγκιά, μια αυτάρκεια, όλα τους χαρακτηριστικά του ερμηνευτικού της εύρους.

«Ολέθρια Σχέση» («Fatal Attraction», 1987) του Έιντριαν Λάιν

Αθάνατη απόλαυση, τρομερά προβληματική, φοβική ταινία, αδιανόητο σήμερα να έπαιρνε πράσινο φως παρά μόνο αν συνέβαιναν βασικές αλλαγές στο ανδροκεντρικό σενάριο, κι όμως, η Κλόουζ προτού πάρει αμπάριζα κι αποτελέσει ότι τρομακτικότερο από την εποχή του Μάικλ Μάγιερς, αναβοσβήνοντας φώτα και μαγειρεύοντας κουνέλια, παίζει στα ίσα το ερωτικό δικαίωμα και την κατάθλιψη και φέρνει στην ξύπνια εμπορικά ταινία σημάνσεις (τρομακτικές όσο κι ευαίσθητες) που με άλλη ηθοποιό και αδιάβαστες θα έμεναν και μικρότερη επιτυχία το έργο θα είχε.

«Επικίνδυνες Σχέσεις» («Dangerous Liaisons», 1988) του Στίβεν Φρίαρς

Ό,τι και να λέμε, εδώ είναι το έργο της, εδώ είναι η μεγάλη της, αειθαλής στιγμή. Στη φυσιογνωμία της Κλόουζ πάντα δείχνει να ελλοχεύει κάτι σκοτεινά ανεξερεύνητο, μια ισχύς που δεν θα είναι για το καλό σου, μια ραδιουργία εξυφαινόμενη από τις αδυναμίες σου. Ή αν όλα αυτά δεν ισχύουν, εκείνη πάντως τα έβγαλε στον ρόλο της Μαρκησίας κάνοντας ευθέως την Μπάρμπαρα Χέρσεϊ να την μιμηθεί (επιτυχώς) στο «Πορτρέτο Μιας Κυρίας» της Κάμπιον έξι χρόνια μετά. Η διαφορά ήταν στην τελευταία σκηνή βέβαια. Όταν μαζί με τα εργαλεία της μυθοποίησης ξεβάφεται όλη η μουτσούνα αποκαλύπτοντας μια γυναίκα χωρίς δικό της πρόσωπο. Η απογοήτευση, η ερημιά του μάταιου, ήταν εκεί σ’ ένα βλέμμα απύθμενης θλίψης δίχως βλεφάρισμα. Τώρα πώς το Όσκαρ πήγε στην Τζόντι Φόστερ, μη το πιάσουμε.

«Το Γύρισμα της Τύχης» («The Reversal of Fortune», 1990) του Μπάρμπετ Σρέντερ

Έξοχη διλημματική ταινία-δικαστικό θρίλερ διαδικασίας, με την Κλόουζ σε ρεσιτάλ οικονομίας στη μισή ταινία να βρίσκεται σε κώμα (αλλά με τι έκφραση) και στην άλλη μισή να είναι το πειστικότερο νευρωτικό κουρέλι της αριστοκρατίας, με τα καπρίτσια, τη γκρίνια και την θηλυκή νεύρωση της γοητείας που ξεγλιστρά από τα χέρια σαν το νερό. Αν υπάρχει ένα λόγος (ακόμα) να εκτιμάς την Κλόουζ τόσο, ιδίως σε αντίθεση με την Στριπ, είναι για την εξέχουσα τιμή της να παίζει τους δεύτερους ρόλους εξυπηρετικά και να σου μένουν στη μνήμη σαν πρώτοι χωρίς ποτέ να πηγαίνει να τους «κλέψει» από τους πρωταγωνιστές της. Ένα παράδειγμα εδώ.

«Άμλετ» (1990) του Φράνκο Τζεφιρέλι

Ωραίος νέος και ατυχής ο «Άμλετ» του Τζεφιρέλι, μια ακόμα από εκείνες τις αδειανές κι έξοχα κοστουμαρισμένες παραγωγές του με σωτηρία το μυθικό καστ  (Γκίμπσον, Μπέιτς, Σκόφιλντ, Χολμ, Μπόναμ-Κάρτερ) και φυσικά την Κλόουζ-Γερτρούδη, τέλειο μέρος ξανά ενός ensemble, να παίζει τις μετρημένες σκηνές της με το κύρος της ηθοποιού που εντάσσεται άψογα, εναρμονίζεται στο σκηνοθετικό και γραπτό ύφος, δεν υπερ-παίζει ποτέ κι όταν το κάνει θα είναι ελεύθερο από έναν επαναλαμβανόμενο οριζόντια στην φιλμογραφία της τρόπο.

«Συνάντηση με την Αφροδίτη» («Meeting Venus», 1991) του Ίστβαν Ζάμπο

Είναι η καλύτερη της εποχή αυτή στον κινηματογράφο της Κλόουζ, όλοι το ήξεραν. Κι εδώ το ήξερε και ο μεγάλος Ούγγρος, ο Ίστβαν Ζάμπο, το φόρεσε στην ωραία του αλληγορία πάνω στην τότε συνταρασσόμενη Ευρώπη, με τις ανακατατάξεις και τις ασυνεννοησίες της. Η Κλόουζ είναι η μεγάλη ντίβα της όπερας (η Κίρι ντε Κανάουα έχει την τραγουδιστική φωνή της), είναι στις πιο μεγάλες της ομορφιές, ηγέτιδα αυτή τη φορά ενός εξέχοντος συνόλου, σε μια δικαιολογημένα αλλά άδικα άγνωστη ταινία που οι φίλοι της Κλόουζ και οι φίλοι του Ζάμπο οφείλουν να ανακαλύψουν.

«Το Σπίτι των Πνευμάτων» («The House of Spirits», 1993) του Μπιλ Όγκαστ

Υπάρχει ένας λόγος που μια ταινία με Στριπ, Κλόουζ, Ράιντερ, Άϊρονς, βασισμένη σε διάσημο βιβλίο της Ιζαμπέλ Αλιέντε δεν είναι γνωστή σήμερα κι αυτός είναι πως δυστυχώς είναι νερόβραστη. Ωστόσο είναι η μόνη συνάντησή της με την Στριπ, κατά την γνώμη μου, αν και είναι ακόμα γερή εποχή της Στριπ αυτή, η Κλόουζ ξεπερνά με θυμηδία τη Μέθοδο και τα τερτίπια της, φτάνοντας στην καρδιά ενός ρόλου που οφείλει να είναι ποτισμένος από έναν ηθοποιό που κρατά τον χαρακτήρα του μέσα στον ρόλο αντί να τον εξαφανίζει στο έλεος μιας μανιέρας. Ο Τσίμερ στο σάουντρακ επίσης κλέβει ανηλεώς Χατζιδάκι, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα.

 «Εννέα Ζωές» («Nine Lives», 2005) του Ροντρίγκο Γκαρσία

«It takes one to know one» που θα έλεγαν οι φίλοι μας οι Άγγλοι, και αυτό ισχύει στην εντέλεια εδώ, σε μια σπονδυλωτή σειρά εννέα σύντομων ιστοριών του Ροντρίγκο Γκαρσία – με τον οποίον η Κλόουζ θα ξανασυνεργαστεί θα δούμε σε λίγο που. Ο γιος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, φτιάχνει εννέα βινιέτες, εύλογης πυκνότητας και περισσότερο σφύζουσας ανθρωπιάς, με dream team γυναικών στις ιστορίες, μία εκ των οποίων είναι η Κλόουζ σ’ ένα νεκροταφείο να αποδεικνύει ξανά πόσο λειτουργικό μέρος ομάδας μπορείς να είναι, πόσο ευέλικτη, πόσο σπουδαία.

 «Άλμπερτ Νομπς» (2011) του Ροντρίγκο Γκρσία

Στο ενδιάμεσο η Κλόουζ φαινομενικά έχει μια στάσιμη καριέρα στο σινεμά, έτσι είναι, άλλο που παράλληλα παίρνει Τόνι και Έμμι σωρηδόν. Εδώ, με την εταιρεία παραγωγής της φέρνει στη ζωή αυτό, φτάνει και στα Όσκαρ υποδυόμενη έναν άντρα, εκπληκτική είναι, αντίθετα με το έργο, όχι μόνο στο ότι βρίσκει τον τρόπο «ερμηνείας μέσα στην ερμηνεία» αλλά περισσότερο στις ρωγμές του που διαφαίνεται το εσωτερικό του κελύφους, ο τρόμος και η καταπίεση ενός ανθρώπου που επιχειρεί απεγνωσμένα να υπάρξει.

 «Η Σύζυγος» (2017) του Μπγιορν Ρούνγκε

Μια ταινία ολότελα λάθος στο ότι είναι ύποπτη καιροσκοπισμού σώζεται από την άψογη ερμηνεία της Κλόουζ που ξεπερνά τις προβλεψιμότητες σεναρίου (το twist δεν υφίσταται περίπου από την αρχή) και σκηνοθεσίας, δίνοντας άριστη ροή και μέτρο στις στιγμές της που, αντίθετα με ότι γράφτηκε, προέκυψε οσκαρικής συζήτησης, δεν μπορεί κανείς σοβαρά να περίμενε ότι μ’ αυτό το έργο θα έδινε κανείς όχημα για Όσκαρ στην Κλόουζ κι ας έφτασε τόσο κοντά τελικά.

Να είναι πάντα γερή, μεγάλη κυρία κι από εκείνες τις ηθοποιούς που εργάζεται, που δεν κραυγάζει, που κάνει τη δουλειά της και την κάνει παραδειγματικά.