12:49
13/7

Χάρισον Φορντ: Αναδρομή στην καριέρα ενός μεγάλου κινηματογραφικού ηθοποιού

Χρόνια πολλά Ιντιάνα, Σόλο, Ντέκαρτ, Τζακ Ράιαν! 77 ετών σήμερα ο ιδιωτικός τζέντλμαν που έχει πρωταγωνιστήσει σε μερικές από τις σημαντικότερες εμπορικές επιτυχίες των τελευταίων 40 χρόνων.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Υπάρχουν δυο ειδών ηθοποιοί: Αυτοί που έβαλαν τη Μέθοδο του Actor's Studio κορώνα στο κεφάλι τους και θέλησαν σε κάθε τους ρόλο να μεταμορφώνονται μέσα-έξω στον χαρακτήρα που υποδύονται κι εκείνοι που έχουν γραμμένη τη Μέθοδο στα παλιά τους τα παπούτσια και φέρνουν τον χαρακτήρα στα μέτρα των υποκριτικών τους δυνατοτήτων. Οι πρώτοι, ιδίως αν το μικρό τους δεν είναι Μάρλον και το επώνυμο δεν τελειώνει σε -άντο, παίρνουν το ρίσκο να κρύψουν την ηθοποιΐα πίσω απ' τη μίμηση και, με τον καιρό, να πιθηκίζουν τη μανιέρα τους. Οι δεύτεροι, συνήθως τους λέμε με το υποτιμητικό τους ψευδώνυμο - «σταρ», κινδυνεύουν να μην είναι κατά διάνοια όσο ενδιαφέροντες ή γοητευτικοί νομίζουν και δυο-τρεις ταινίες μετά να τους θυμάται μόνο η μαμά τους. 

Ο Χάρισον Φόρντ, επιτομή της δεύτερης κατηγορίας - και περισσότερο ενδιαφέρων, γοητευτικός και ικανός απ' όσο νομίζει – ανήκει στη λαμπρή υποκατηγορία των less is more ηθοποιών της μεγάλης αμερικάνικης σχολής του κλασσικού Χόλιγουντ, ωραίων τύπων, πανίσχυρης προσωπικότητας και «αόρατης» πλαστικότητας, που λάτρευαν οι σκηνοθέτες και τους χάριζε και τη γκάμα ρόλων που απαιτούσε η βιομηχανία. Σα να λέμε Κάρι Γκραντ. 70 ταινίες, 67 φορές η χωρίστρα, το κοστούμι, η κίνηση και δεν βαριέσαι ποτέ και πάντα αναρωτιέσαι πως διάολο συνταγογραφείται ένα φιλμ τόσο τέλεια που να σε συναρπάζει πάντα αυτή η οριζόντια ομοιότητα του ηθοποιού από ταινία σε ταινία. Άλλη κουβέντα.

Ο Χάρισον Φορντ είναι επίσης, από ένα σημείο και μετά βέβαια (αφού μιλάμε και για μια αλλοτινή εποχή που δεν γινόσουν σταρ στα 18), κι ένας τυχερός ηθοποιός. Ήθελε υπομονή όμως. Από τα μέσα του '60 στην τηλεόραση, κομπάρσος και uncredited συχνά, μέχρι τα περάσματα σε διάσημα έργα που μέσα στον χρόνο έγιναν γνωστά («Αμέρικαν Γκραφίτι», «Συνομιλία»), χρειάστηκε ένας μουσάτος νεαρός με κάτι διαστημικά, κάτι μοντελισμούς, κάτι μακέτες, εκεί στα 1977 να τον βάλει στον χάρτη.

«Ο Πόλεμος των Άστρων» έφερε την, όχι σε όλες τις περιπτώσεις ευτυχή, μετάβαση του αμερικάνικου σινεμά στην μοντέρνα εποχή. Ήταν εκείνη η αλλόκοτη, τεράστια επιτυχία ενός δημιουργού που θα σκότωνε το σινεμά του δημιουργού, όπως το ξέραμε ως τότε. Και ο Χαν Σόλο του Χάρισον Φορντ ήταν ένα από τα συστατικά της επιτυχίας.

Η αλήθεια να λέγεται όμως ένα τέτοιο έργο θα επετύγχανε και χωρίς αυτόν. Απόδειξη τα αμέσως επόμενα χρόνια. Ο Χάρισον Φόρντ δεν είχε βρει το άστρο του ακόμα, τα συμπαθή, ίσως μόνο στον υπογράφοντα, «Force 10 from Navarone» του Γκάι Χάμιλτον («Χρυσοδάκτυλος») και «Hanover Street» του Πίτερ Χάιαμς (με λαμπρό σάουντρακ Τζον Μπάρι), αποτύγχαναν παταγωδώς. Το '80 δεύτερος «Πόλεμος των Άστρων», οι γνωριμίες φέρνουν αποτέλεσμα, έτερος μουσάτος στο κόλπο και η πραγματική, προσωπική, ραγδαία δόξα ξεκινά.

«Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» μας συστήνουν τον αρχαιολόγο-καθηγητή με το καπέλο και το μαστίγιο, φέρνουν το νεανικό '50 στα κόλπα του '80, τις εξιστορήσεις αγορίστικων περιπετειών, ανώδυνων φλερτ και μανιακής άρνησης ενηλικίωσης και, καθώς έχουν Σπίλμπεργκ στο τιμόνι, γίνονται το σε βάθος πιο αγαπημένο franchise του '80.

Από κει και μετά το σερί είναι βγαλμένο από τα όνειρα της Μέκκας. «Blade Runner» το '82 και νεός εμβληματικός χαρακτήρας, τρίτος «Πόλεμος των Άστρων» το '83, δεύτερος «Ιντιάνα» το '84. Το '85 ένας σοβαρά μεγάλος τον θέλει πρωταγωνιστή. Ο «Μάρτυς Εγκλήματος» του Πίτερ Γουίαρ του χαρίζει την μοναδική του υποψηφιότητα για όσκαρ και δείχνει πως ο Φορντ μπορεί, χωρίς μέικ-απ, παράξενες προφορές, παχύνσεις κι αδυνατίσματα, να μπει στο πετσί άλλων ρόλων, φέρνοντας και παραλλάσσοντας την δική του περσόνα μέσα σ' αυτούς.

Την επόμενη χρονιά είναι η «Ακτή του Κουνουπιού», πάλι του Γουίαρ, και ο Φορντ είναι ακόμα εντυπωσιακότερος στο ρόλο ενός ξεροκέφαλου εφευρέτη που μπουχτίζει με τον δυτικό πολιτισμό και παίρνει στο λαιμό του και την οικογένειά του. Το '87 σειρά έχει ο Πολάνσκι, τον κάνει γιατρό, τον κάνει Αμερικάνο στο Παρίσι, τον βάζει να χάνει τη γυναίκα και την αμερικάνική του αφέλεια. Το «Φράντικ» σφραγίζει την εποχή του, όμως, όπως και η «Ακτή», δεν κάνει εισιτήρια στην Αμερική.

Το '88 ο Μάϊκ Νίκολς του βρίσκει τη παλιομοδίτικη γοητεία του στο «Εργαζόμενο Κορίτσι», ενώ το '89 έχεται ο τρίτος Ιντιάνα κι επιβεβαιώνει, σχεδόν συγκινητικά, την αγάπη μας για μια σειρά που, για τη γενιά που γαλούχησε, δεν θα γεράσει ποτέ. Το '90 αλλαγή ρότας, «Αθώος Μέχρι Αποδείξεως του Εναντίου» του Πάκουλα και ο Φορντ είναι ο άνθρωπος που μπορεί να φέρει ένα δικαστικό whodunit κοντά στα 100 εκατομμύρια.

Νέος, αλλά νερόβραστος, Νίκολς με το «Regarding Henry» το '91 και «Patriot Games» το '92, Τζακ Ράϊαν και ο Φορντ γίνεται ένας Φίλιξ Λάϊτερ των '90ς. Το '93, νέα τεράστια επιτυχία σ' ένα blockbuster που φτάνει στα όσκαρ (αλλά η Ακαδημία δεν καταλαβαίνει τον Φορντ για καλό ηθοποιό). Ο «Φυγάς» είναι ένα κομψοτέχνημα περιπέτειας, με το είδος της σκηνοθεσίας που ποιος ξέρει αν θα ξαναδούμε ποτέ.

Στην πραγματικότητα αυτός ήταν ο κολοφώνας της δόξας και των ωραίων ταινιών για τον Φορντ. Ακολούθησαν πολλά (δεύτερος Τζακ Ράϊαν, ριμέικ Μπίλι Γουάϊλντερ από Σίντνεϊ Πόλακ - «Σαμπρίνα» - επιχείρηση «ρεντφοντισμού» με το ατυχές «Random Hearts», πάλι του Πόλακ, ένα horror βεληνεκούς δίπλα στη Μισέλ Φάϊφερ – «What Lies Beneath»), στα οποία ο ίδιος είναι το καλύτερο μέρος του έργου, όμως το αποτέλεσμα πονάει σ' όλες τις μεριές.  

Ο Φορντ αραιώνει τις παρουσίες του. Το 2008 όμως ξαναφορά το καπέλο του, ο τέταρτος Ιντιάνα μουδιάζει όσους κακογέρασαν κινηματογραφικά στο ενδιάμεσο, οι υπόλοιποι όμως το επισκεπτόμαστε ίσως και συχνότερα από τα προηγούμενα, το «Κρυστάλλινο Κρανίο» είναι αυτό που λέμε δημιουργικό, παιγνιώδες throwback σε σινεμά που αγαπήσαμε.

Σήμερα, στα 77 του πια, ο Χάρισον Φορντ χαρίζει πάντα την φωτογενή, παλιομοδίτικη γοητεία του να κάνεις τα πάντα με δυο κινήσεις, καλυτερεύει κι απλοποιεί την περισπούδαστη ποιότητα του πρόσφατου «Blade Runner 2049», σου μαθαίνει την απόλαυση του να βλέπεις πως ο μεγάλος κινηματογραφικός ηθοποιός ξέρει να τοποθετείται από, προς και μέσα στο κάδρο, δίνει ανθρωπιά στην ψηφιακή ψύχρα των νέων «Star Wars», δηλώνει πως θέλει έναν ακόμα Ιντιάνα (άντε παιδιά!) και αναπαύεται στην ανέκαθεν ιδιωτικότητα του βίου του, την περιβαλλοντική ευαισθησία, την μετρημένη πολιτικοποίηση αλλά και την σημασία μιας καριέρας τόσο σπουδασμένα πολυπρόσωπης αλλά και τόσο ένδοξης που να τον αντιπροσωπεύει καλύτερα από κάθε επιπόλαιο σχολιασμό και βιαστική αναφορά.