14:19
7/7

Πώς ο ανυπέρβλητος «Κανόνας του Παιχνιδιού» λίγο έλειψε να καταστρέψει οριστικά την καριέρα του Ζαν Ρενουάρ

Σαν σήμερα 7 Ιουλίου 1939, πριν από 80 χρόνια, ένα από τα αριστουργήματα του παγκόσμιου σινεμά κυκλοφορούσε για πρώτη φορά στις γαλλικές αίθουσες. Μόνο που, με τον «Κανόνα του Παιχνιδιού», ο Ζαν Ρενουάρ όχι μόνο δεν έτυχε της υποδοχής που του άξιζε, αλλά έφτασε στο χείλος της καταστροφής.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Το 1938, αμέσως μετά την εισπρακτική απήχηση του «Ανθρώπινου Κτήνους» και τη μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία της «Μεγάλης Χίμαιρας», ο Ζαν Ρενουάρ προχωρά να ιδρύσει την ανεξάρτητη εταιρία Nouvelle Edition Française, θέτοντας ως παρθενική παραγωγή της τον «Κανόνα του Παιχνιδιού» («La Règle du Jeu»). Με μια 14χρονη κινηματογραφική καριέρα ήδη στις πλάτες του, ο σκηνοθέτης είχε αρχικά συλλάβει την ταινία ως μια ψυχαγωγική κωμωδία ηθών, στο ανάλαφρο πνεύμα του Μαριβό. Υπό τη σκιά ενός πολέμου που επρόκειτο να ξεσπάσει και ενός διογκούμενου αισθήματος ανησυχίας που απειλούσε την Ευρώπη, όμως, ο Ρενουάρ διάλεξε ένα πιο σκοτεινό αφηγηματικό μονοπάτι. Από την συνεχή αυτή αντιπαράθεση φαιδρού και τραγικού στην καρδιά του φιλμ προήλθε η πιο σύνθετη, ιδιοφυής και συγκλονιστική δουλειά του Γάλλου δημιουργού. 

Χρησιμοποιώντας ως κέντρο βάρους τους καλεσμένους που φιλοξενεί η εξοχική έπαυλη ενός αριστοκρατικού ζεύγους, ο Ρενουάρ χτίζει κομμάτι- κομμάτι την εικόνα μιας κοινωνίας εκτός ελέγχου, ενός τραγελαφικού θιάσου κοινωνικών μοντέλων σε ένα διαρκές θέατρο του παραλόγου. Το ξεπούλημα κάθε αξίας, το τέλος κάθε ανθρωπιάς, η σταδιακή επικράτηση του κακού και η σιωπηλή απελπισία ενός καλλιτέχνη στέκουν ως καθρέφτης και προειδοποίηση για μια χώρα έτοιμη να εγκληματήσει ηθικά και για έναν κόσμο στο χείλος της αβύσσου.

Η γαλλική κυβέρνηση απαγορεύει την ταινία με το αιτιολογικό ότι «είναι καταθλιπτική, μακάβρια, ανήθικη και με ανεπιθύμητη επιρροή στους νέους»!

 

Αδύναμο να αφομοιώσει το δυσοίωνο όραμά της, το κοινό κατακεραυνώνει την ταινία, οι κριτικές είναι στο σύνολό τους τιμωρητικές, ενώ έξι εβδομάδες μετά την πρεμιέρα η κυβέρνηση κατορθώνει την απαγόρευσή της με το αιτιολογικό ότι διαστρεβλώνει και παρερμηνεύει παραδόσεις και θεσμούς, αφού «πρόκειται για ένα φιλμ καταθλιπτικό, μακάβριο, ανήθικο και με ανεπιθύμητη επιρροή στους νέους». Συνέπεια αυτής της επίθεσης ήταν η εταιρία παραγωγής του Ρενουάρ να κλείσει και αμφιβόλου διάρκειας κόπιες να κυκλοφορήσουν ανεξέλεγκτα στον πλανήτη, μέχρι τα 1956 όπου η ταινία διασώζεται στην κανονική της βερσιόν, φτάνοντας μια δεκαετία αργότερα να αναγορευτεί σε μια από τις δέκα κορυφαίες κινηματογραφικές στιγμές του αιώνα, από το περιοδικό Sight & Sound. 

Καταβεβλημένος από τον θόρυβο του «Κανόνα», ο Ρενουάρ αποφασίζει αρχικά να εγκαταλείψει οριστικά το σινεμά. Βλέποντας, ωστόσο, το ναζιστικό κλοιό να σφίγγει απειλητικά γύρω από τη χώρα του, και σταδιακά τον κόσμο ολόκληρο, ο σκηνοθέτης αυτομολεί σε αμερικανικό έδαφος, στο ξεκίνημα κιόλας του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου. Με τη βοήθεια του εθνογράφου ντοκιμαντερίστα Ρόμπερτ Φλάερτι («Ο Νανούκ του Βορρά») και τη συντροφιά της καινούριας του συζύγου, Ντιντό Φρείρ, ο Ρενουάρ μετακομίζει στην Καλιφόρνια και ξεκινά διαπραγματεύσεις με τα μεγάλα στούντιο, σε μια ύστατη προσπάθεια να μην κόψει τους δεσμούς του με τον κινηματογράφο. 

Πρωταγωνιστές της ταινίας, ο Ζαν Ρενουάρ και ο Ζιλιέν Καρέτ

Εκεί θα καταφέρει να πραγματοποιήσει έξοχα δείγματα της τέχνης του, όπως το εξωτικό «Ποτάμι» («The River», 1951), τη νουάρ «Γυναίκα στην Παραλία» («Woman on the Beach», 1947) και τον γουέστερν «Άνθρωπο του Νότου» («The Southerner», 1946). Στα μέσα του 1959, η πρώτη παγκόσμια προβολή της αποκατεστημένης αρχικής κόπιας του «Κανόνα» αφήνει τον δημιουργό της με ακράτητα δάκρυα στα μάτια. Μέσα στα επόμενα χρόνια, το φιλμ παίρνει επιτέλους τη θέση του ανάμεσα στα μεγάλα κινηματογραφικά επιτεύγματα του 20ού αιώνα, μια θέση την οποία διατηρεί μέχρι τις μέρες μας...