14:01
23/10

«Τα Φώτα της Ράμπας» άναψαν σαν σήμερα πριν 67 χρόνια

Η τελευταία ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν στην Αμερική ανήκει σε μια σπάνια, απείρως γοητευτική κατηγορία ταινιών λουσμένων στη μελαγχολία ανθρώπων του θεάματος αντιμέτωπων με το πέρασμα του χρόνου και την συμπαρασυρόμενη αυτού δόξα.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Πρέπει να ήταν μια αφάνταστα γοητευτική όσο και άβολη εποχή εκεί στις αρχές του '50 να είσαι αντιμέτωπος ως θεατής με την καινούργια ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν. Στα 63 του, αυτός ο πρωτοπόρος, ο θρυλικός δημιουργός της πρώτης φιγούρας που λάτρεψε σύσσωμη η υφήλιος, όχι τόσο γέρος αλλά οπωσδήποτε εκτοπισμένος από μια επερχόμενη κινηματογραφική νεότητα, είχε ακόμα κάτι να πει. Κάτι που αυτή τη φορά θα ήταν πίσω από τις κουίντες, πίσω από τα, άλλοτε εκτυφλωτικά, φώτα της ράμπας. Για τους ανθρώπους και τις μικρές τους ιστορίες που τελικά χαρίζουν στα φώτα αυτά το αίτιο της λάμψης τους.

Ο Τσάπλιν τοποθέτησε την ιστορία στα 1914, την χρονιά που μπήκε στο σινεμά και την Keystone, για να διηγηθεί την ιστορία ενός ξεπεσμένου μέθυσου κωμικού του βαριετέ, του Καλβέρο, που σώζει μια νεαρή χορεύτρια ευρισκόμενη στο χείλος της αυτοκαταστροφής. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια σχέση που ερείζει στην ιστορία του Πυγμαλίωνα – θυμίζοντας αναπόφευκτα το «Ένα Αστέρι Γεννιέται» του Γουέλμαν - και θέλει τον αλκοολικό καλλιτέχνη να προσπαθεί να λυτρωθεί και μέσω της σωτηρίας μιας νεαρής καλλιτέχνιδας.

«Τα Φώτα της Ράμπας» βρίσκουν τον Τσάπλιν σε μια παροιμιώδη σωματική φόρμα, αρκεί να δεις στην αρχή πόσο ελεγχόμενα παίζει το τρέκλισμα του μέθυσου, που κλιμακώνεται συμβολικά στην μοναδική (σε μυθοπλασία) συνάντησή του με τον Μπάστερ Κίτον που δόθηκε από τον Τσάπλιν και σαν χείρα βοηθείας προς τον όντως αλκοολικό και σε πλήρη παρακμή Κίτον - περισσότερα εδώ. Η σκηνή του σκετς των δύο αναντικατάστατων μεγαθηρίων του βωβού είναι μια από τις συγκινητικότερες στιγμές ανθολογίας του κινηματογράφου.

Μ' αυτό το έργο ο Τσάπλιν έκλεισε τους λογαριασμούς του στις ΗΠΑ, οι οποίες φρόντισαν να τον στιγματίσουν ως κομμουνιστή και με το κυνήγι των (τότε, έχει και σήμερα..) μαγισσών σε πλήρη άνθιση κατέστη αδύνατον για τον Τσάπλιν να επιθυμεί να παραμείνει στην χώρα που εργαζόταν επί σχεδόν 40 χρόνια. Θα επισκεπτόταν μυθοπλαστικά το γεγονός στην επόμενη ταινία του, τον «Βασιλιά της Νέας Υόρκης» και το συγχωροχάρτι θα το έδινε παριστάμενος 20 χρόνια αργότερα στο Όσκαρ συνεισφοράς που του έδωσε η Ακαδημία το 1972.

Με περισσότερα από τρία χρόνια στην προετοιμασία τους, ο Τσάπλιν χρειάστηκε δυόμισι χρόνια για το σενάριο και σχεδόν ένα χρόνο για να συνθέσει το κλασσικό score του έργου (που του απέφερε και το μοναδικό του μη τιμητικό Όσκαρ, το...1973, αφού η ταινία είχε απαγορευθεί ως το 1972 στο Λος Άντζελες!), «Τα Φώτα της Ράμπας» θα ήταν ο πλήρως συναισθηματικός αποχαιρετισμός του Τσάπλιν στον αλητάκο που έδωσε πρόσωπο στην εκφραστική, ανθρωπιστική (και κωμική) δύναμη της έβδομης τέχνης και θα επισήμαινε μελαγχολικά την πίσω όψη του χολιγουντιανού '50, αυτήν που συνόψιζε ένα σπαρακτικό αντίο στους πιονέρους που θεμελίωσαν την λαϊκή βάση του αμερικάνικου κινηματογράφου.