16:09
18/6

«Love Parade»: Όταν ο Λιούμπιτς συνάντησε την πρώτη του μούσα

Με αφορμή την επέτειο των 115 χρόνων από την γέννηση της Τζάνετ ΜακΝτόναλντ, θυμόμαστε την πρώτη ομιλούσα ταινία του μεγάλου Γερμανού.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το «Love Parade» είναι ιστορικό σινεμά. Για τον σκηνοθέτη του, για το είδος του μιούζικαλ, για την κινηματογραφική τεχνική. Είναι ιστορικό επίσης γιατί χαρίζει στο σινεμά ένα από τα πρώτα και ωραιότερά του πρωταγωνιστικά δίδυμα, την Τζανέτ ΜακΝτόναλντ και τον Μορίς Σεβαλιέ. Την πρώτη η Παραμάουντ την είχε απορρίψει ένα χρόνο πριν, ο Λιούμπιτς όμως βλέποντας το δοκιμαστικό της έπεισε την εταιρεία να την αγοράσει. Ο Σεβαλιέ είχε δοκιμαστεί την ίδια χρονιά (έξι μήνες πριν το «Love Parade») χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία στο πρώτο, ατυχές λόγω προβλημάτων στην παραγωγή, μιούζικαλ της Πάραμαουντ, «The Innocents of Paris», που είναι και η πρώτη ομιλούσα του στούντιο.

Ο τρόπος του Λιούμπιτς είναι εδώ, οδηγούμενος γοργά και σίγουρα προς το «άγγιγμα» των προσεχών έργων του, φτιάχνοντας ένα από τα πρώτα μιούζικαλ του σινεμά (δεν είναι το πρώτο, αυτό είναι το «Broadway Melody» του Χάρι Μπόμοντ, φτιαγμένο από την MGM, την ίδια πάντα χρονιά), που όση βία χρειάζεται για να αποφύγει τα τεχνικά προβλήματα του νεογέννητου ήχου στο σινεμά (βλέπε την αναγκαστική στατικότητα για τα μικρόφωνα, τις καλωδιώσεις και την κάμερα που έγραφε τον ήχο), τόση τέχνη έχει στο λεπτό της άγγιγμα, την μεγάλη τόλμη και το genre politics ενδιαφέρον της.

Εφαρμόζοντας αναχρονιστική ορθότητα ο φεμινιστής θα βρει οπωσδήποτε σημεία να κλωτσήσουν στον μπερμπάντη Σεβαλιέ και την «κάτσε στο σπίτι σου και μη μιλάς» αυτοκράτειρα Μακντόναλντ, όμως ο Λιούμπιτς παρεμβάλλει ποικίλα σημεία στίξεως που το κάνουν συναρπαστικό ακόμα και σήμερα πολύ πέρα απ’ την μουσειακή του σημασία. Σεξουαλισμός (ύμνος στις γάμπες – και τι γάμπες! – της αυτοκράτειρας, εμφανώς γυμνό μπάνιο, πλήθος εσωρούχων, νεγκλιζέ, ντεκολτέ και διάφανων), υπαινικτικότητα («Γιατί να σας νυμφευθεί»; «Μα σίγουρα κάποιο λόγο θα έχει να με νυμφευθεί»), σκηνοθετικά ευρήματα που συνδυάζουν και τα δύο (όπως εκεί που η πρώτη νύχτα του γάμου περιγράφεται από αυτούς που την παρακολουθούν από την «κλειδαρότρυπα» - και είναι τρεις ομάδες (!) ανθρώπων) αλλά και καίρια, τολμηρότατη στόχευση πάνω στον ευνουχισμό του άνδρα απ’ το εξουσιαστικό θηλυκό. 

Στο τέλος, βρίσκεται μια τομή που μόνο σκληροπυρηνικοί φεμινιστές δεν θα ικανοποιηθούν (δεν μπορούμε να τους ευχαριστήσουμε όλους), πρώτα όμως έχεις πάρει ένα μιούζικαλ που ενέταξε τα τραγούδια στην αφήγησή του, μια ρομαντική κομεντί (που προλέγει κιόλας τον Κιούκορ, το screwball και τις ταινίες Τρέησι-Χέπμπερν) αλλά περισσότερο απ’ όλα μια τρομερά άνετη «σαν από πάντα» μετάβαση του Λιούμπιτς στον ήχο (με διάφορα παιχνίδια κιόλας με ήχους εκτός κάδρου όπως το γάβγισμα του σκύλου) και την τέλεια προσαρμογή της κομψής (μόλις πριν της αθυροστομία) φινέτσας (πολύ πριν την χοντράδα) του φαινομενικά απολιτικού σινεμά του. Που σε μια σκηνή – εκεί που οι διοικητικοί άνδρες του (κλασσικά στον Λιούμπιτς) μυθοπλαστικού τόπου της ταινίας καταλήγουν πως η λύση για το χρέος της ώρας είναι η συνέχιση του δανεισμού… - αποδεικνύεται παγκόσμια διαχρονικός στην πολιτική σκέψη του.