10:59
22/2

Λουίς Μπουνιουέλ: Η σουρεαλιστική διαύγεια

Ο Μπουνιουέλ στον «Ανδαλουσιανό Σκύλο»

Στη Μαδρίτη, οι Ντε Νοάιγ, μαικήνες του σουρεαλιστικού κινήματος, πλήρωσαν την δεύτερη ταινία του Μπουνιουέλ, την θρυλική «Εποχή του Χρυσού» ένα καταπληκτικό έργο πάνω στο σεξ και τον θάνατο (και το πρώτο έργο με μουσική Μότσαρτ!), προκλητικό, πειραματικό, σοκαριστικό. Τόσο που για να παιχτεί στην Αμερική χρειάστηκαν 49 ακριβώς χρόνια. Μιλώντας για το να είσαι μπροστά από την εποχή σου…

Στην «Εποχή του Χρυσού», οι σχέσεις Μπουνιουέλ –Νταλί έχουν φτάσει σε ρήξη. Οι πολιτικές τους διαφωνίες και το ότι σε κάποια φάση ο Μπουνιουέλ χύμηξε να πνίξει την Γκαλά (περίφημη σύντροφο του ζωγράφου) δεν βοήθησαν την κατάσταση και, σύμφωνα με τις φήμες, ο Νταλί εξεδιώχθη από τα γύρισμα με τον Μπουνιουέλ να τον κυνηγά μ’ ένα σφυρί.

Η σχέση του σκηνοθέτη με το Χόλιγουντ ήταν μια σχέση χρείας-αδιαφορίας. Βρέθηκε εκεί στην δεκαετία του ’30, αρχικά για να μάθει πράγματα πάνω στην τεχνική της δουλειάς και στην συνέχεια, στα τέλη του ’30 σαν ένας παρίας χωρίς αντικείμενο που συνέχιζε να κάνει παρέα με διάφορους μετανάστες δημιουργούς, τον Στέρνμπεργκ, τον Αϊζενστάιν, τον Μπρεχτ, τον Τσάπλιν (που άτυπα βοήθησε σε κάποια γκανγκς του «Μεγάλου Δικτάτορα»).

Στις αρχές της δεκαετίας του ’40 η ανθοφορούσα συνεργασία του με το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Νέα Υόρκη, διακόπηκε από την αυτοβιογραφία του Νταλί που τον ανέφερε σαν «άθεο κομμουνιστή». Τρόμος κατέλαβε τους πάντες και ο Μπουνιουέλ εξεδιώχθη ουσιαστικά πίσω στο Χόλιγουντ για τρίτη φορά, όχι προτού περάσει μία από το ξενοδοχείο που διέμενε ο Νταλί με σκοπό να τον πυροβολήσει στο πόδι. Δεν το έκανε.

Στα μέσα του ’40, ο Μπουνιουέλ εισέρχεται στην μεξικανική του περίοδο και την ουσιαστική έναρξη της μιας σκηνοθετικής καριέρας που είχε διακοπεί από τον Ισπανικό Εμφύλιο. Εκεί, μεταξύ άλλων, θα έρθει το «Los Olvidados» (1950), με τον 50χρονο (!) Μπουνιουέλ να ξεσηκώνει θύελλα επευφημιών στις Κάννες, να κερδίζει το βραβείο σκηνοθεσίας και να κάνει τον Αντρέ Μπαζέν να παραληρεί ξαναβρίσκοντας τον σκηνοθέτη της «Χρυσής Εποχής» και (ιδίως) του «Γη Χωρίς Ψωμί», ανυποχώρητο, ασυμβίβαστο, μπροστάρη σ’ένα σινεμά νεορεαλιστικής φλέβας ανθρωπισμού και κοινωνικής ευαισθησίας.

Ο Μπουνιουέλ δεν έφυγε ποτέ από το Μεξικό, όμως η διαδοχή σκηνοθεσιών του στη χώρα (τα περισσότερα αξιοπρόσεκτες ταινίες είδους, μελοδράματα ως επί το πλείστον) του άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή στο ευρωπαϊκό στερέωμα στο οποίο και θα έβρισκε την δόξα του. Το 1960 ξεκινά με το «Young One», στα αγγλικά γυρισμένο, που προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων για την φυλετική τόλμη του και αδίκως δεν μνημονεύεται στην ίδια πρόταση με γνωστότερες ταινίες όπως το (κατώτερο) «Baby Doll» (1956) του Καζάν. Από εκεί και μετά, έστω κι εγκυκλοπαιδικά η διάσημη εργογραφία ξεκινά. «Βιριδιάνα», «Εξολοθρευτής Άγγελος», «Ημερολόγιο μιας Καμαριέρας», «Ωραία της Ημέρας», «Ο Γαλαξίας», «Τριστάνα» ακριβώς το 1970, ένα πραγματικά αδιανόητο σερί με οποιαδήποτε κριτήρια.

Στο διάστημα αυτό ο Μπουνιουέλ έχει βρει και το συνσεναριακό alter ego του, το Ζαν-Κλωντ Καριέρ (που συναντήσαμε φέτος στο σενάριο της «Πύλης της Αιωνιότητας» του Σνάμπελ), έναν άνθρωπο που κατάλαβε όσο κανείς τον τρόπο της δημιουργίας του Μπουνιουέλ. Η δεκαετία του ’70, αντί της ηλικιακής δύσεως, πρότεινε τρία αριστουργήματα, διάσημα επίσης και πολυβραβευμένα. Την «Διακριτική Γοητεία της Μπουρζουαζίας», το «Φάντασμα της Ελευθερίας» και το κύκνειο άσμα του «Σκοτεινού Αντικείμενου του Πόθου».

Όμως, ας μου επιτραπεί. Οπωσδήποτε κάθε σινεφίλ οφείλει στο γούστο και τον χαρακτήρα του καθένα από τα αριστουργήματα της όψιμης περιόδου του σκηνοθέτη. Εκείνα που ο λάτρης χρειάζεται κι ας μην το ξέρει, είναι τα αποστάγματα της μεξικανικής περιόδου του δημιουργού, ασυνήθιστες σε σχέση με το μετέπειτα έργο του ταινίες, που ισορρόπησαν το είδος, το θέαμα (ακόμα κι ένας «Ροβινσώνας Κρούσος» του 1954 – η πρώτη έγχρωμη, και τι χρώμα!, ταινία του – το «Ναζαρέν» φυσικά, το «El», τον «Θάνατο στον Κήπο» (ε.τ. «Οι Πέντε Φυγάδες»), στα γαλλικά αυτό, με Σιμόν Σινιορέ, Σαρλ Βανέλ και Μισέλ Πικολί ή την τελευταία ταινία του Ζεράρ Φιλίπ, που πέθανε στα γυρίσματα, που στην Ελλάδα είχε τον γραφικό τίτλο («Στον Πυρετό της Ηδονής», «La fièvre monte à El Pao» στη γλώσσα του).

Αυτά και πολλά άλλα που δεν μπορούν να μνημονευθούν σ’ ένα υποτιθέμενα συνοπτικό κείμενο. Κι όλα τους μ’ εκείνη την αφάνταστη σκηνοθετική οικονομία του Μπουνιουέλ (συνηθέστερα 90λεπτη, πολλές φορές και αρκετά λιγότερο!), την βασισμένη στο κινηματογραφικά γραμμένο σενάριο που στις σκηνές του περιέχεται το ντεκουπάζ. Όπως ο Τζον Φορντ, ο Μπουνιουέλ γυρνούσε αστραπιαία τα έργα του, ξέροντας ακριβώς το πλάνο, σαν τον Χίτσκοκ γνωρίζοντας ακριβώς τι είναι αυτό που θέλει στο κάδρο του, πρακτικά μη επιτρέποντας δεύτερο τρόπο να μονταριστεί η ταινία στη μουβιόλα. Κι όλα τους τονισμένα μ΄ έναν χρήσιμο, ωφέλιμο, φοβερά διασκεδαστικό, ανήσυχο σουρεαλισμό, μιαν ονειρικά ελεύθερη απάντηση στον λογικισμό. Κι όλα τους με χρήσιμες, ωφέλιμες, φοβερά διασκεδαστικές νύξεις κριτικής, στην θρησκεία, αλλά και την αθεΐα, την εκκλησία, του θεσμούς, τα πάθη, τα λάθη και τις κρυμμένες μας εμμονές.

Είναι σπουδαίος ο Λουίς Μπουνιουέλ, αξίζει την προσοχή κάθε φίλου του κινηματογράφου που σέβεται τον εαυτό του.