10:46
16/11

Μάγκι Τζίλενχαλ: Μια καρατερίστα περιωπής

Ευρέως παρεξηγημένη έννοια οι δεύτεροι ρόλοι, που σωστά οι Αγγλοσάξονες ονομάζουν «υποστηρικτικούς» και όχι δεύτερους, και η Μάγκι Τζίλενχαλ, σήμερα 41, έχει στηρίξει μια στέρεη καριέρα πάνω τους.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Γεννημένη στο Μανχάταν, καταγωγής εβραιοαγγλοσουηδικής με ρίζα σλάβικη από τη μεριά της μητέρας της, η Μάγκι κρατάει από εύπορη οικογένεια καλλιτεχνικής ροπής (μπαμπάς σκηνοθέτης - έχει κάνει και το συμπαθές «Dangerous Woman» με την Ντέμπρα Γουίνγκερ - και ποιητής), μεγάλωσε στο Λος Άντζελες, σπούδασε φροντισμένα ανατολικές θρησκείες και λογοτεχνία, πήρε και για μια καλοκαιρινή περίοδο μαθήματα στην φημισμένη Βασιλική Ακαδημία Υποκριτικής του Λονδίνου.

Μαζί με τον αδελφό της Τζέικ, βρέθηκαν από νωρίς στο σινεμά και σε ρόλους εφήβων, για να κάνει αισθητή την παρουσία της με την πολυσυζητημένη «Γραμματέα» το 2002 και να διαμορφώσει στη συνέχεια ένα συστηματικό προφίλ indie ευαισθησίας πλαισιωμένο με, άστοχα, εγχειρήματα σταρ υποτροπής. Ας δούμε πέντε ταινίες που η Μάγκι δείχνει το εύρος, αλλά και τα όρια, της παρουσίας της.

«Η Γραμματέας» («Secretary», 2002), του Στίβεν Σάινμπεργκ
Μάλλον αναντίρρητα ο ρόλος της μέχρι τώρα καριέρας της, η ταινία που την έβαλε στον χάρτη σαν την πειραγμένη εκδοχή προτύπων τύπου «Pretty Woman» της προηγούμενης δεκαετίας, με τη γλώσσα στο μάγουλο ρομαντική κομεντί αλλά και σοβαρή αποτύπωση μιας «παρεκκλίνουσας» συμπεριφοράς που έχει ίσως ακόμα πιο πολλά να πει σαν φωτογραφία (πολλών) σχέσεων. Η Τζίλενχαλ είναι εντυπωσιακά ώριμη και πυκνή στο παίξιμό της, πλήθος οι μνείες και οι βραβεύσεις, ο δρόμος άνοιγε...

«Casa de los Babys» (2003), του Τζον Σέιλς
Ποιος θυμάται τον μεγάλο συγκαιρινό μας Τζον Σέιλς, ελάχιστοι, και ειδικά τούτο εδώ που έστω κι αν δεν ανήκει στις μείζονες στιγμές του, δεν παύει να είναι ένα απ' αυτά τα λεπτοτεχνημένα ανθρώπινά του που δεν έχουν όμοιό τους. Η Μάγκι, εκπληκτικά, είναι εδώ, ανάμεσα στις έξι γυναίκες που συναντιώνται σ' ένα λατινοαμερικάνικο ξενοδοχείο και περνούν του λιναριού τα πάθη για να αποκτήσουν τα υιοθετημένα τους παιδιά. Στιβαρή, στα 25 της, σου μένει και ίσως σε αρκετές φάσεις εκτιοπίζει από την μνήμη άλλες, εμπειρότερες ηθοποιούς του επιτελείου.

«Ο Σκοτεινός Ιππότης» («Dark Knight», 2008), του Κρίστοφερ Νόλαν
Μετά από σειρά ταινιών, κάποιες καλές («Sherrybaby», «Stranger than Fiction»), άλλες ας τις πούμε ατυχείς («Mona Lisa Smile», «World Trade Center») και μιας αναπτυσσόμενης φήμης περί εναλλακτικού σεξ απίλ (ή αλλιώς πώς η lifestyle «κριτική» μπορεί να χαλάσει ταινίες και καριέρες), η Τζίλενχαλ γίνεται το κορίτσι του Μπάτμαν, ουδείς βρέθηκε να βάλει ένα στοπ, έχει παίξει η Κιμ Μπέισιντζερ στο ένα, έχει παίξει η Μισέλ Φάιφερ στο άλλο, η Νικόλ Κίντμαν, ακόμα και η Ούμα Θέρμαν, ευνόητα τα πρόβληματα και οι συγκρίσεις, μόνη σωτηρία πως προηγηθείσα υπήρξε η Κέιτι Χόλμς, οπότε μόνο βελτιώση για τούτο, αλλά και πάλι δεν ήταν ο σωστός τρόπος να μάθει η (ερμηνευτικά ανθεκτική στο έργο) Τζίλενχαλ τα όριά της στη βιομηχανία. 

«Crazy Heart» (2009), του Σκοτ Κούπερ
Το μήνυμα ελήφθη αμέσως και απάντηση ήταν ένας θερμός, θαυμάσιος ρόλος σε μια επίσης θερμή και ωραιότατη ταινία (που δεν πήρε ποτέ διανομή στην χώρα μας παρότι είχε κι ένα όσκαρ πρώτου ανδρικού στη φαρέτρα της...), δίπλα στον Τζεφ Μπρίτζες, στον ρόλο μιας περίπλοκης γυναίκας, μια δημοσιογράφου, μάνας αλλά και ερωτικής παρτενέρ ενός «ληγμένου» τραγουδιστή της κάντρι - να γιατί δεν πήραμε διανομή. Και είναι άριστη, δείχνει πως γίνεται το support και πως ένας ρόλος όμως αποκτά δικό του φως, δικές του διαστάσεις εντελώς παραπάνω απ' όσο διαβαζόταν στο χαρτί. Αρμοστή οπότε και η πρώτη της, μόνη ως σήμερα, υποψηφιότητα για Όσκαρ.

«The Kindergarten Teacher» (2018), της Σάρα Κολάντζελο
Στα ενδιάμεσα χρόνια η Τζίλενχαλ αραίωσε τις παρουσίες της στο σινεμά, έκανε λίγη τηλεόραση, έκανε έναν Τσέχοφ κι έναν Στόπαρντ στο θέατρο, για να έρθουμε σε τούτο εδώ, που είδαμε φέτος και στις 24ες Νύχτες, μια ταινία στην οποία εμφανίζεται και ως παραγωγός και στην οποία ολοφάνερα εισέρχεται με τον αέρα της indie ιέρειας. Στον ρόλο μιας δασκάλας στην διελκυστίνδα του να είναι ατάλαντη αλλά ταυτόχρονα ν' αναγνωρίζει και να συγκινείται από το χάρισμα, η Τζίλενχαλ πατάει γερά αποτυπώνοντας συγκινητικά την πληγή και την μοναξιά της αποτυχίας να ανταπεξέλθεις στα κακώς ορισμένα από τον ίδιο σου τον εαυτό. 

Να είναι καλά, μεγαλώνοντας αποφεύγει πια και τις σειρήνες ενός stardom που δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει κι έτσι αταλάντευτα να επικεντρωθεί στους χαρακτήρες των ερμηνειών της που την φέρνουν σε μια από τις πολύ μπροστινές θέσεις της γενιάς της.