Μαριόν Κοτιγιάρ: Ζωή σαν τριαντάφυλλο ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
9:38
30/9

Μαριόν Κοτιγιάρ: Ζωή σαν τριαντάφυλλο

45α γενέθλια σήμερα για την πρωθιέρεια της γενιάς της στο γαλλικό σινεμά.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Το γαλλικό σινεμά έχει μια εντυπωσιακή ιστορία στις σταρ του.

Από την Αρλετί, την Μισέλ Μοργκάν και την Ντανιέλ Νταριέ των πρώτων χρόνων του ομιλούντος, στην ένδοξη αλλαγή φρουράς του '50-'60 με διαμετρήματα όπως η Ζαν Μορώ, η Κατρίν Ντενέβ, η Άννα Καρίνα και φυσικά η Σιμόν Σινιορέ, στο '70 των Ιζαμπέλ (Ατζανί και Ιπέρ), στο '80 των Μαρσό, Νταλ, Μπεάρ και πάνω απ' όλα Αρντάν, στο '90 που εγκαθίσταται η Μπινός και οι κυρίες του '80 ανθοφορούν και, σιγά-σιγά, το σύγχρονο διάστημα με μια σύμπτωση ξανά, δυνάμει, μεγάλων κυριών.

Η Μαριόν Κοτιγιάρ, κόρη ανήσυχης καλλιτεχνικά οικογένειας, εμφανίζεται από πολύ νεαρή στην τηλεοπτική γαλλική πραγματικότητα, αλλά δεν θα περάσουν πολλά χρόνια να βρεθεί, στις αρχές του '90, σε μικρές εμφανίσεις στο γαλλικό σινεμά. Η δεκαετία αυτή όμως θα περάσει πρακτικά προετοιμάζοντας τα ένδοξα '00ς, τι καλύτερα παρά με μια υποψηφιότητα Σεζάρ πιο υποσχόμενης ηθοποιού για το «Ταξί», την μεγάλη γαλλική εμπορική επιτυχία των δύο σίκουελ. Με το «Pretty Things» (2001) παίρνει δεύτερη υποψηφιότητα Σεζάρ, ξανά «υποσχόμενης», και το 2003, επιτέλους η καριέρα της παίρνει μπρος με το «Αγάπα με αν Τολμάς», δίπλα στον έως σήμερα σύντροφό της (δεν έχουν παντρευτεί, έχουν δύο παιδιά) Γκιγιόμ Κανέ που δεν είναι μια σπουδαία ταινία, είναι όμως μια κάποια εμπορική επιτυχία.

Την ίδια χρονιά έρχεται δειλά στο Χόλιγουντ όπου στα μετέπειτα χρόνια θα αποτελέσει ίσως την πιο επιτυχημένη Γαλλίδα ηθοποιό της ιστορίας. Η εμφάνισή της στο «Big Fish» του Τιμ Μπέρτον θα την γνωρίσει με την Μέκκα. Την επόμενη χρονιά «Οι Ατέλειωτοι Αρραβώνες» θα αποτελέσουν μια μεγάλη διεθνή επιτυχία, η Οντρέ Τοτού θα απολάβει εκεί το μεγάλο μέρος της αναγνώρισης, η Αμελί όμως δεν θα έχει την συνέχεια που θα είχε η σημερινή εορτάζουσα που για την ταινία θα κερδίσει και το πρώτο της Σεζάρ.

Το 2006 πρωταγωνιστεί ξανά σε μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή, το «Μια Καλή Χρονιά» του Ρίντλεϊ Σκοτ δίπλα στο Ράσελ Κρόου, ταινία επίσης περιορισμένων περγαμηνών, που ωστόσο εδραιώνει το χαρακτηριστικό, γοητευτικό πρόσωπο και την στέρεη παρουσία. Με την «Ζωή Σαν Τριαντάφυλλο» (2007), η Κοτιγιάρ ανακοινώνει με λυρικό θόρυβο τον ερχομό μιας μεγάλης σταρ. Η βιογραφία της Εντίτ Πιαφ είναι σημείο καμπής για την καριέρα της και η επιλογή του προσώπου έχει συμβολική σημασία για τον γαλλόφωνο (αλλά όχι μόνο) κόσμο.

Η Κοτιγιάρ είναι επιβλητική, κρύβεται μαζί και αναδεικνύεται πίσω από την ανεπανάληπτη αοιδό του γαλλικού έθνους και συλλέγει σωρεία βραβείων βραβευόμενη με BAFTA, Σεζάρ, Χρυσή Σφαίρα και Όσκαρ για τον ρόλο της. Θα ήταν η πρώτη, έως σήμερα, ηθοποιός που θα κέρδιζε το Όσκαρ για ρόλο εξολοκλήρου στα γαλλικά και μόλις η τρίτη, μετά την Σινιορέ και την Μπινός, Γαλλίδα με Όσκαρ.

Μετά την μεγάλη εμπορική επιτυχία και την διεθνή διασημότητα η Κοτιγιάρ παίρνει έναν χρόνο off (να συνέλθει μάλλον) κι επανέρχεται το 2009 με δύο εμφανίσεις σε μεγάλες χολιγουντιανές παραγωγές, τον «Δημόσιο Κίνδυνο» του Μάικλ Μαν, δίπλα στον Τζόνι Ντεπ και το «Εννέα» ως σύζυγος του Ντάνιελ Ντέι Λιούις στο μιούζικαλ «Οκτώμισι» του Ρομπ Μάρσαλ που είμαστε και 2-3 άνθρωποι που το υπεραγαπάμε εν μέσω λαίλαπας κακών κριτικών. Η ίδια πάντως επιβιώνει με άνεση και ειδικά στον Μαν χαρίζει ένα καταραμένο ρομάντζο που οι λάτρεις δεν ξεχνούν.

Την επόμενη χρονιά είναι ιδιότυπη femme fatale δίπλα στον Ντι Κάπριο και το «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν, αξέχαστη κι αναντικατάστατη, ενώ τα «Μικρά Αθώα Ψέματα» πίσω στη Γαλλία, υπό την καθοδήγηση του Κανέ, σημειώνουν μια σημαντική εμπορική επιτυχία. Το 2011, Γούντι Άλεν («Μεσάνυχτα στο Παρίσι») και Στίβεν Σόντερμπεργκ («Contagion») τεκμηριώνουν εκ νέου πως άλλο ο ατζέντης και άλλο να σε θέλουν οι δημιουργοί. Η Κοτιγιάρ είναι υπερατλαντικά αναγνωρίσιμο πρόσωπο και φέρνει ευρωπαϊκό κύρος σε ταινίες που την χρειάζονται.

Το 2012 είναι χρονιά θριάμβου. Από τη μια το «Σώμα με Σώμα» του Ζακ Οντιάρ θα την φέρει υποψήφια για πλήθος βραβείων, θα την δέσει τέλεια με τον Ματίας Σένερτς και θα υπενθυμίσει την ηθοποιό/καρατερίστα που κάποιοι ίσως λόγω υπερβάλλοντος Χόλιγουντ να πίστευαν, εσφαλμένα, πως είχε εξανεμιστεί. Ταυτόχρονα ξαναβρίσκει τον γοητευμένο Νόλαν, επίσης σε ρόλο ιδιότυπης μοιραίας γυναίκας, στον τρίτο και καλύτερο «Σκοτεινό Ιππότη».

Το 2013 παίζει στην ταινία του αγαπημένου της, «Blood Ties», ένα συμπαθές crime ανάμεσα στον Κλάιβ Όουεν και τον Μπίλ Κράνταπ (παίζει και ο Σένερτς), παίζει στο βιντεοκλίπ του Μπάουϊ «Next Day», κυρίως όμως βρίσκεται στο «Κάποτε στη Νέα Υόρκη» που ο Τζέιμς Γκρέι γράφει ειδικά γι' αυτήν, μπαίνει σε «Μέριλ Στριπ» λειτουργία και μαθαίνει πολωνικά για το ρόλο, είναι εξαιρετική και τιμάται για την δημιουργία της από κριτικές ενώσεις.

Το 2014 θα φέρει την δικαιότατη δεύτερή υποψηφιότητά της για Όσκαρ με το θαυμάσιο «Δύο Ημέρες, Μία Νύχτα» των αδελφών Νταρντέν. Μεταμορφώνεται, κάνει την αριστοκρατικότητά της μαχητική αξιοπρέπεια και χαρίζει έναν ρόλο φωτιά πάνω στο σημερινό εργασιακό γίγνεσθαι πιστοποιώντας ένα εύρος ερμηνευτικό διόλου σύνηθες.

Το 2015 ταξιδεύει στην άλλη μεριά του σκότους, βγάζοντας με άνεση γεννημένης ηθοποιού τον πιο περιεκτικό γυναικείο villain της λογοτεχνίας, την Λαίδη Μακμπέθ, στο παραπάνω από αξιοπρεπές σαιξπηρικό δράμα του Τζάστιν Κέρζελ, δίπλα στον Μάικλ Φασμπέντερ. Δεν αναγνωρίστηκε όσο θα της έπρεπε εδώ.

Στα απολύτως πρόσφατα χρόνια η Κοτιγιάρ βρίσκεται σε μια μικρή ύφεση, όχι από πλευράς δουλειάς (άφθονη) αλλά επιλογών. Ντολάν στο «Ακριβώς το Τέλος του Κόσμου», «Σύμμαχοι» του Ζεμέκις με τον Μπραντ Πιτ (και μια μικρή χειρονομία στην βορειοαφρικανική, εκ μητρός, καταγωγής της), «Assassin's Creed» του Κέρζελ από τον Μακμπέθ, ξανά με τον Φασμπέντερ δεν είναι αντάξιες επιλογές, έστω και αν την διατηρούν με άνεση στην επικαιρότητα σταθεροποιώντας την και σε μια από τις πρώτες θέσεις δημοφιλίας στην πατρίδα της.

Το υποσχόμενο «Annette» του Λεό Καράξ που επίκειται για το 2021 μπορεί να μην κάνει πολλά για την δημοφιλία αυτή, ελπίζεις όμως να ξαναβάλει στις ράγες μια ηθοποιό εκτοπίσματος που διάγει την ακμή της και δεν εννοείται η σπατάλη του ταλέντου της.

Να είναι γερή.