12:55
16/10

«Μνήμες Εγκλημάτων» του Μπονγκ Τζουν-χο: Η αληθινή ιστορία πίσω από την ταινία

Λίγο πριν δείτε στις αίθουσες τα βραβευμένα με Χρυσό Φοίνικα «Παράσιτα», ευκαιρία να θυμηθείτε το «Μνήμες Εγκλημάτων» (2003), μία από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες της φιλμογραφίας του Μπονγκ Τζουν-χο και ταυτόχρονα μία από τις καλύτερες της 20ετίας σύμφωνα με τον φανατικό θαυμαστή της, Κουέντιν Ταραντίνο.

Από τον Παναγιώτη Κοτζαθανάση

Το «Μνήμες Εγκλημάτων» βασίζεται στην αληθινή ιστορία των πρώτων κατά συρροήν δολοφόνων της Νότιας Κορέας. Συγκεκριμένα στις 15 Σεπτεμβρίου 1986 ως τις 3 Απριλίου 1991 στο Hwaseong, ένα μικρό χωριό της επαρχίας Gyeonggi, 10 γυναίκες ηλικίας 13 ως 71 ετών βιάστηκαν και δολοφονήθηκαν με άκρως απεχθή τρόπο. Η χώρα δεν είχε ξαναγνωρίσει τέτοια περιστατικά, με αποτέλεσμα τα ΜΜΕ να πέσουν με τα μούτρα στην υπόθεση και μια τεράστια αστυνομική επιχείρηση να λάβει χώρα.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα για τις αρχές ήταν πως η τεχνολογία τους, όσον αναφορά την ιατροδικαστική, ήταν απαρχαιωμένη. Μόλις στον όγδοο φόνο έγινε ανάλυση τριχών και στον δέκατο οι αρχές αναγκάστηκαν να στείλουν δείγματα DNA στην Ιαπωνία για ανάλυση. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως ο δράστης διένυε τη δεύτερη δεκαετία της ζωής του και η ομάδα αίματος του ήταν Β. Σύμφωνα με τη μαρτυρία μίας κοπέλας, η οποία κατάφερε να δραπετεύσει δύο βδομάδες πριν τον τέταρτο φόνο, ήταν επίσης αδύνατος και είχε ύψος 1.65 με 1.70. Αυτά ήταν όλα και όλα τα στοιχεία που αποκάλυψαν οι έρευνες.

Πάνω από 2.000.000 αστυνομικοί ασχολήθηκαν με την υπόθεση, ενώ οι ύποπτοι και οι μάρτυρες έφτασαν τους 21.280. Επιπλέον πάνω από 40.116 άντρες έδωσαν αποτυπώματα, 570 δείγματα DNA και 180 δείγματα τριχών. Τα αποτελέσματα όμως της εξέτασης από τους Ιάπωνες δεν ταίριαζαν με κανένα δείγμα.

Όσο τα χρόνια περνούσαν και οι φόνοι συνεχίζονταν, οι ερευνητές απελπίζονταν όλο και περισσότερο, με αποτέλεσμα να καταφύγουν σε παράδοξες τακτικές όπως το να συμβουλευτούν έναν σαμάνο, ο οποίος τους προέτρεψε να μεταφέρουν την κεντρική πύλη του τμήματος σε μία ευμενέστερη θέση, κάτι που όντως έκαναν!

Τον Δεκέμβριο του 2007, με τον κίνδυνο να λήξει το χρονικό περιθώριο των 15 ετών και η υπόθεση να παραγραφεί, οι αρχές και οι νομοθέτες αποφάσισαν να το διευρύνουν σε 25 χρόνια. Η αστυνομία άλλωστε είχε δηλώσει πως το αρχείο θα κρατηθεί μέχρι να βρεθεί ο δράστης. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε πως από το καλοκαίρι του 2012 τέθηκε το ζήτημα της μη παραγραφής εγκλημάτων που επιφέρουν θανατική ποινή.

Τελικά, το αρχείο της υπόθεσης έφτασε να καλύπτει πέντε αρχειοθήκες, ο δράστης όμως δεν βρέθηκε ποτέ. Κι όλα αυτά μέχρι πρότινος, αφού στς 18 Σεπτεμβρίου 2019 η αστυνομία ανακοίνωσε πως ο κατάδικος Λι Τσουν-τζαε, αναγνωρίστηκε μέσω των αποτελεσμάτων DNA ως ο περιβόητος σίριαλ-κίλερ του Hwaseong. Ο Λι, που βρισκόταν ήδη στη φυλακή από το 1994 για τον βιασμό και φόνο της αδελφής του, ομολόγησε πριν λίγες μέρες, στις 2 Οκτωβρίου 2019, τη δολοφονία 14 γυναικών και τον βιασμό (ή απόπειρα) 30 ακόμα.

Διαβάστε ακόμα:
Τα «Παράσιτα» είμαστε εμείς! Ο Μπονγκ Τζουν-χο μιλά στο cinemagazine.gr
Κι ενώ ο «Joker» συνεχίζει να γελά, τα «Παράσιτα» έγραψαν ιστορία στο αμερικανικό box office

Η ταινία

Το 1996 ο Κγουάνγκ Ριν Κιμ ανέβασε μια παράσταση βασισμένη στην υπόθεση, η επιτυχία της οποίας κίνησε το ενδιαφέρον πολλών σκηνοθετών. Ανάμεσά τους και ο Μπονγκ Τζουν-χο ο οποίος ανέλαβε τελικά την κινηματογραφική μεταφορά.

Το φιλμ ξεκινάει τον Οκτώβριο του 1986, όταν ανακαλύπτεται το πτώμα μίας βιασμένης γυναίκας σε ένα χαντάκι κοντά σε ένα χωράφι. Λίγο αργότερα ένα δεύτερο θύμα ανακαλύπτεται στην ίδια κατάσταση. Οι δύο ντόπιοι ντετέκτιβ, υπεύθυνοι για την έρευνα, Παρκ Ντου-μαν και Τσο Γιονγκ-κου είναι φανερό πως βρίσκονται εντελώς έξω από τα νερά τους, μιας και πρώτη φορά τους τυχαίνουν τέτοια περιστατικά. Το ίδιο όμως συμβαίνει με ολόκληρο το τμήμα της περιοχής, μιας και οι αστυνομικοί που φτάνουν στα σημεία των φόνων δεν μπορούν καν να κρατήσουν τον κόσμο μακριά από την σκηνή του εγκλήματος, μέχρι την έλευση του ιατροδικαστή, γεγονός που ουσιαστικά καταστρέφει την όποια πιθανότητα άντλησης στοιχείων.

Ο ντετέκτιβ Σέο Τάε-γιουν καταφθάνει από τη Σεούλ για να τους βοηθήσει. Μετά από ένα μικρό διάστημα, ανακαλύπτουν έναν ύποπτο, ο οποίος βρέθηκε να αυνανίζεται πάνω από το σημείο του φόνου και συμπεραίνουν πως αυτός είναι ο ένοχος. Ενώ όμως οι δύο ντόπιοι έχουν αποσπάσει με βασανιστήρια την ομολογία του, ο Τάε-γιουν τους αποδεικνύει πως κάνουν λάθος. Στη συνέχεια ανακαλύπτουν ακόμα έναν ύποπτο, έναν τύπο στα όρια της νοητικής υστέρησης, εν ονόματι Μπαέκ Κγουάν-χο . Οι ντόπιοι ντετέκτιβ ακολουθούν και πάλι την ίδια τακτική, με τον Τάε-γιουν να καταρρίπτει και αυτήν την θεωρία τους. Αποκαλύπτει μάλιστα στον διοικητή του τμήματος ένα στοιχείο που δεν είχαν προσέξει μέχρι τότε, πως οι φόνοι γίνονται πάντα υπό βροχή και πως τα θύματα φορούσαν πάντα κάτι κόκκινο.

Λίγο αργότερα, μια αστυνομικός του τμήματος ανακαλύπτει πως όλα τα βράδια των φόνων, κάποιος ζητούσε να παιχτεί ένα συγκεκριμένο τραγούδι στον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό. Έτσι, οι έρευνες αλλάζουν εντελώς κατεύθυνση. Παράλληλα όμως οι τοπική κοινωνία έχει οργιστεί με την βιαιότητα που ασκούν οι ντόπιοι ντετέκτιβ, με άσχημα αποτελέσματα.

Η δουλειά του Μπονγκ Τζουν-χο στη σκηνοθεσία και το σενάριο είναι υποδειγματική. Μελέτησε ενδελεχώς το αρχείο της υπόθεσης πριν αρχίσει τα γυρίσματα και αποφάσισε με κωμικοτραγικό ύφος, να σκιαγραφήσει την αντίθεση ανάμεσα στους απλοϊκούς ντόπιους ντετέκτιβ και τον αντίστοιχο «διανοούμενο» από τη Σεούλ. Η σκηνή των δυο ντετέκτιβ σχετικά με την εύρεση των δειγμάτων τριχών στις τοποθεσίες των εγκλημάτων είναι χαρακτηριστική, χωρίς να αφαιρεί τίποτα από την σοβαρότητα του θέματος.

Εύσημα επίσης πρέπει να δοθούν στην αναπαράσταση της ταραχώδους εκείνης εποχής για την Κορέα, που προσπαθούσε να απεμπλακεί από το απολυταρχικό - μιλιταριστικό καθεστώς των προηγουμένων ετών. Οι αναφορές στην κοινωνική κατάσταση της περιόδου είναι πιο έντονες στο δεύτερο μισό της ταινίας. Ενδεικτική η σκηνή όπου ο αρχηγός του τμήματος ζητάει ενισχύσεις μία νύχτα που είναι πολύ πιθανόν να συμβεί ένας ακόμη φόνος, δέχεται όμως την άρνηση των ανωτέρων του λόγω της απασχόλησης όλων των αστυνομικών δυνάμεων της επαρχίας στην καταστολή των αναταραχών.

Ο Σονγκ Κανγκ-χο , στενός συνεργάτης του σκηνοθέτη και στα «Επισκέπτης», «Snowpiercer», «Παράσιτα», υπογραμμίζει τις αντιθέσεις του Παρκ Ντου-μαν και φανερώνει το γιατί θεωρείται ένας από τους καλύτερους σύγχρονους ηθοποιούς της χώρας, ενώ ο Κιμ Σανγκ-κιουνγκ στο ρόλο του Σέο Τάε-γιουν ερμηνεύει με άνεση έναν μπλαζέ χαρακτήρα, αποστασιοποιημένο από τις τακτικές και τη νοοτροπία των ντόπιων συναδέρφων του, που με την πάροδο του χρόνου μετατρέπεται σε κάτι χειρότερο απ' αυτούς.

Πέρα όμως από την εξαιρετική απόδοση των δύο πρωταγωνιστών, εντυπωσιακή είναι και η παρουσία των δευτερευόντων χαρακτήρων, προεξαρχόντων των Μπιέον Χιε-μπιονγκ ως αρχηγού του τμήματος, του Παρκ Νο-σικ , ο οποίος μάλιστα απέκτησε και προσωπικό fan club μετά από αυτήν την ταινία, του Κιμ Ρόε-χαν, τέτοιες drop kicks είχαμε να δούμε από τις ταινίες του Τζάκι Τσαν και του Παρκ Χάε-ιλ σε ένα ρόλο που καλύτερα να ανακαλύψετε μόνοι σας.

Εντυπωσιακή είναι και η φωτογραφία του φιλμ από τον Κιμ Χιουνγκ-γκου, που αποτυπώνει εικόνες σπάνιας ομορφιάς μέσα από σκηνές της καθημερινότητας του '80 στην επαρχία της Κορέας. Το «Μνήμες Εγκλημάτων» κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων τοποθεσιών που έχουν χρησιμοποιηθεί σε κορεάτικη ταινία, σε μια προσπάθεια να αποδοθεί το κλίμα της περιόδου όσο πιο πειστικά γίνεται.

Η ταινία το 2003-4 απέσπασε περισσότερα από 25 βραβεία σε Διεθνή Φεστιβάλ.