11:09
20/2

Μάικ Λι: Ανατέμνοντας την αγγλική ψυχή

Η παλίρροια του βρετανικού νέου κύματος του free cinema προκάλεσε σεισμό στα αγγλικά πράγματα κι από τις μετακινημένες τεκτονικές πλάκες ανάβλυσαν ταλέντα που χαρτογράφησαν εκ νέου την αγγλική πραγματικότητα. Ένας εκ των σημαντικότερων προϊόντων της ζύμωσης αυτής είναι ο 77χρονος σήμερα Μάικ Λι.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Λανθασμένα, δεν έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε στυλιστικά εκλεπτυσμένο το ρεαλιστικό σινεμά. Κι όμως η αναπαράσταση της πραγματικότητας είναι εξίσου, αν όχι περισσότερο, δύσκολη να επιτελεσθεί. Βλέπεις, έξω από την ηθική επιταγή που εσωκλείεται στην προσπάθεια των δημιουργών να φωτογραφίσουν την λιγότερο προνομιούχα καθημερινότητα, υπάρχει και η ανάγκη να αποκαλύψεις τις δυνάμεις που την συνθέτουν, να βρεις την ενσυναίσθηση, το ενστικτώδες, το ειλικρινές και το απολύτως ευάλωτο ανθρώπων λιγότερο ευνοημένων, στην εξασθενημένη πλευρά του παιχνιδιού που εξελίσσεται ερήμιν αλλά και γύρω τους.

Με αυτά περίπου τα λόγια θα άκουγες και τον Μάικ Λι να περιγράφει το σινεμά του. Ένα σινεμά γνήσια λαϊκό, αριστερής ευαισθησίας που δεν υποδεικνύεται από κανέναν – άλλωστε ο Λι είναι πασίγνωστο στραβόξυλο που κάνει του κεφαλιού του. Έχει εργαστεί σχεδόν εξήντα χρόνια, πάρα πολύ στο θέατρο, πάρα πολύ στο χαρτί και, όψιμα, στον κινηματογράφο – αν εξαιρέσεις ένα πρωτόλειο ντεμπούτο στα 28 του, το «Bleak Moments» (που έβαλε λεφτά ο Άλμπερτ Φίνεϊ για να στηθεί) η πρώτη του ταινία ολοκληρώθηκε στα 45 του χρόνια! – για να έχει κερδίσει το δικαίωμα να ξέρει τι είναι αυτό που έχει να πει και να έχει βρει και αποκρυσταλλώσει και τους τρόπους να το πει όπως εννοεί σωστότερα.

Από τις 12 ταινίες που έχει κάνει όλες κι όλες για τον κινηματογράφο, διαλέγουμε 4 που αποτυπώνουν το θεματικό, στυλιστικό και νοηματικό εύρος του κύριου, μαζί με τον Κεν Λόουτς, εκφραστή του ευρύτερα κοινωνικού σινεμά στην Μεγάλη Βρετανία:

«Γυμνός» (1993)
Φαινομενικά ανεξέλεγκτες, μα εσωτερικά απολύτως κυριαρχημένες ριπές εναντίον πάντων, μονολογικό παραλήρημα που εκτείνεται ανυπολόγιστα από την φιλοσοφία, την λογοτεχνία και την πολιτική θεωρία μέχρι τον σεξουαλικό κυνισμό, την εγωπαθή αυταρχικότητα και την συνωμοσιολαγνεία. Ένας σχηματικής υπερβατικότητας χαρακτήρας ιστορικών διαστάσεων για το παγκόσμιο σινεμά, μια μορφή (μόλις) συγκροτημένη από άγριες αντιφάσεις, μια κράση αγαθής προαίρεσης και εμπαθούς κακεντρέχειας. Ο «Γυμνός» ιχνηλατεί την απόσταση ανάμεσα στο όνειρο μιας ολότελα διαφορετικής θεώρησης, που ρέπει στον αναρχισμό, και μιας πραγματικότητας κυκλωτικής, ασφυκτικής, μικροαστικής, που ενταφιάζει όνειρα ατομικότητας και οράματα μιας άλλης κοινωνίας. Ο Μάικ Λι μας γνωρίζει έναν αξέχαστο χαρακτήρα που ενσωματώνει όλα τα παραπάνω (και πολλά ακόμη), σαρώνει την μεταθατσερική  Αγγλία που θρηνεί και φτιάχνει μια από τις επιτομές του κινηματογραφικού ’90. Βραβείο σκηνοθεσίας και Α’ Ανδρικού ρόλου για τον Ντέιβιντ Θιούλις (που εδώ οφείλει τη καλλιτεχνική ζωή του) στις Κάννες εκείνης της χρονιάς.

«Μυστικά και Ψέμματα» (1996)
Ήταν «εποχή Μάικ Λι» εκείνη η δεκαετία (όπως ήταν εποχή και κάμποσων άλλων), για ένα χρονικό διάστημα όλοι μιλούσαμε για τον απόηχο και την συνεισφορά του, τα φεστιβάλ είχαν βρει την προμετωπίδα τους, σε τούτο θα ακολουθούσαν και τα Όσκαρ. Στα «Μυστικά και Ψέμματα» ο Μάικ Λι εισάγει τον θίασό του, ανέκαθεν στην καριέρα του δούλεψε εξαντλητικά με τους ηθοποιούς, έβγαζε ρόλους κι έπειτα έχτιζε γύρω τους την αφήγηση και την ιστορία, παρουσιάζοντας ένα υποδειγματικό kitchen sink δράμα, στην καλύτερη παράδοση του free cinema. Η αλήθεια είναι πως κάποτε η ιστορία ξεφεύγει προς αυτό που αργότερα η τηλεόραση θα ονόμαζε ανερυθρίαστα reality, είναι όμως η αλήθεια που εξορύσσει ο Λι από τους χαρακτήρες και την κατάσταση που το κάνει μια τόσο τέλεια αποτελεσματική κατασκευή. Πέντε υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων δύο για τον Λι (σενάριο, σκηνοθεσία), η κριτική και τα φεστιβάλ παραμιλούσαν, Χρυσός Φοίνικας και Βραβείο Επιτροπής στις Κάννες, πλήθος ευρωπαϊκών διακρίσεων.

«Η Παράσταση μιας Ζωής» (1999)
Αν κάποιος έκανε το λάθος να τον ταξινομήσει, στο τέλος της χρυσής του δεκαετίας ο Λι θα παρέδιδε την καλύτερη, κατά τον υπογράφοντα, ταινία του, μια εντελώς διαφορετική χροιά έργου, βγαλμένη από άλλες δημιουργικές προσωπικότητες που κάθε μεγάλος δημιουργός οφείλει. Εδώ είναι ο Λι που αγαπά τον Ρενουάρ και την κλασική βρετανική κωμωδία, ο δημιουργός που συναισθάνεται την παράδοση που τον συνθέτει, ο Άγγλος που γυρίζει το βλέμμα στους «ομότεχνους» για να ρίξει έξοχα σκωπτικό φως στο πόσο δύσκολο είναι να φτιάχνεις κάτι όταν έχεις την ιδιοσυγκρασία ανθρώπου που είναι εδώ για να «φτιάχνει κάτι». Βασισμένο στην λαμπρή συνεργαία των Γκίλμπερτ και Σάλιβαν, των πρυτάνεων της οπερέτας, κόσμημα εποχής και σκηνογραφίας, επικών (στα 160 λεπτά του) διαστάσεων πόνημα πάνω στο χιούμορ της αγγλικής ιδιοσυγκρασίας αλλά και την δυσκολία της δημιουργίας στην showbiz, αυτό είναι το στέμμα μιας φιλμογραφίας που έκτοτε θα είχε ένα πόδι στο δίκιο του εργάτη κι ένα σ’ αυτό του (επαναστάτη) καλλιτέχνη. Όσκαρ κοστουμιών και μακιγιάζ, υποψηφιότητες σεναρίου και καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

«Μια Χρονιά Ακόμα» (2010)
Ανάμεσα στο υπαρξιακό δράμα, τον μικροαστικό νεορεαλισμό και το έργο εποχής, ο Λι έχει φτιάξει κωμωδία, ιστορικό καμβά προσωπογραφίας καλλιτέχνη ακόμα και ιστορικό ταξικό δράμα εποχής στο περσινό «Peterloo». Έχει κάνει όμως και τούτο, μια εγγλέζικη φθινοπωρινή σονάτα τεσσάρων εποχών, ζυμωμένη στο ιδιοσυγκρασία του τόπου του αλλά και εκτεινόμενα πανανθρώπινη στις περιγραφόμενες καταστάσεις. Εναλλασσόμενα κωμικοτραγικό, το έργο χρησιμοποιεί τον πυρήνα ενός μακροχρόνιου, αγαπημένου ζευγαριού που παρακολουθεί ζωές να εκτυλίσσονται δορυφορικά του, παρατηρώντας αλλά και τελικά μη καταφέρνοντας να μείνει (ούτε αυτό ούτε εμείς) αλώβητο από τις «αλήθειες της ζωής», που ο Μάκ Λι είναι από τους ελάχιστους που μπορούν να απεικονίσουν ανεπηρέαστες από την κοινοτοπία τους.

Να είναι γερός, δεν πειράζει (εμάς που είμαστε μακριά) τόσο στριμμένος που φημολογείται πως είναι, το σινεμά του είναι που μας αφορά γιατί έχει ουσιώδη ανθρωποκεντρισμό και πολιτική πρόταση. Και αμφότερα (εκ)λείπουν.