14:38
17/10

Μοντγκόμερι Κλιφτ: Το πέρασμα για τον θρύλο

Ένας από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς της Μεθόδου και ίσως ένας από τους μέγιστους γενικώς που δεν πρόφτασαν να ολοκληρωθούν καλλιτεχνικά, ο Μοντγκόμερι Κλιφτ, γεννήθηκε σαν σήμερα.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Γεννημένος το 1920 στη Νεμπράσκα ο Κλιφτ είχε πλουσιοπάροχα πρώτα παιδικά χρόνια, μέχρι το κραχ του ’29 που ισοπέδωσε την οικογένεια αλλάζοντάς της συνήθειες. Αντίθετα με τα δύο αδέλφια του δεν είχε καμμία ροπή στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση και μπήκε νωρίς στην υποκριτική, στην μαθητεία των Στράσμπεργκ και Καζάν στο Actor's Studio. Ύστερα από νεανικές παραστάσεις στο θέατρο και συμμετοχές σε έργα διάσημων θεατρογράφων όπως ο Νόελ Κάουαρντ, ο Θόρντον Γουάιλντερ και ο Τενεσί Γουίλιαμς, ο Κλιφτ έκανε την πρώτη του ταινία για τον κινηματογράφο το 1948.

Στην παρέα των σωστών ανθρώπων, του Χάουαρντ Χωκς και του Τζον Γουέιν, ο Κλιφτ στο περίφημο «Red River» ήταν θαυμάσιος, φέρνοντας μια εντελώς διαφορετική συναισθηματική λογική στον ρόλο κι ας φαίνονταν ήδη τα πρώτα σύννεφα των ιδιοτροπιών του – δεν βοηθούσε βέβαια και η χαώδης πολιτική του διαφορά με τον Γουέιν, γι΄αυτό και οι δυο τους συμφώνησαν πως δεν θα μιλούν για πολιτικά στα γυρίσματα. Εκτός γυρισμάτων, έτσι κι αλλιώς, ο Κλιφτ δεν ήθελε κανέναν – κι αυτός ήταν ένας λόγος που αρνήθηκε 11 χρόνια αργότερα τον ρόλο του Ντιν Μάρτιν στο «Ρίο Μπράβο».

Την επόμενη χρονιά έρχεται το «Heiress» του Γουάιλερ, μια ταινία για την οποία ο Κλιφτ είχε σοβαρά προβλήματα με το σενάριο αλλά και την Ολίβια ντε Χάβιλαντ (συν και το ότι η Paramount ήδη τον προωθούσε ως σύμβολο του σεξ κι αυτά ήταν απωθητικά για τον ηθοποιό) και η φήμη του «δύσκολου» αρχίζει να στεριώνει.

Το ’51 ο Κλιφτ γίνεται πρωτοσέλιδο τόσο με την μεγαλειώδη ερμηνεία στο «Μια Θέση στον Ήλιο» όσο και με τη φήμη πως συνδέεται ερωτικά με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ, ο ίδιος παίρνει την δεύτερη του υποψηφιότητα για όσκαρ (η πρώτη ήταν με το «Search» του Τσίνεμαν το ’48) ενώ δυο χρόνια αργότερα είναι η μεγάλη του χρονιά με τρεις ταινίες-ποιά να πρωτοδιαλέξεις, τον «Τελευταίο Σταθμό» του Ντε Σίκα δίπλα στην Τζένιφερ Τζόουνς (που δεν καταφέρνει να επισκιάσει αρνητικά ένα ωραίο μελόδραμα εποχής – του Κλιφτ πάλι δεν του άρεσε ούτε αυτό), την «Εξομολόγηση» του Χίτσκοκ που έβγαλε σ’ όλους το λάδι αλλά άντε να τον ξεχάσεις άμα έχεις δει το έργο και φυσικά το «Όσο Υπάρχουν Άνθρωποι», του Τσίνεμαν και πάλι, στο οποίο ο Κλιφτ πήρε και την τρίτη του υποψηφιότητα.

Ωστόσο όμως μια τέτοια χρονιά ήταν η παραπλανητική εξαίρεση. Ο Κλιφτ, διαβόητα εσωστρεφής, ευαίσθητος και εύθικτος με την ποιότητα των έργων και των συνεργατών, είχε κλειστεί σ’έναν ιδιωτικό κόσμο πολύ προσωπικών φίλων, ενδεχομένως ταραχώδους σεξουαλικής ζωής και μοναχικότητας. Στον κολοφώνα της επιτυχίας του το 1953, έβρισκε το απόγειο της εκλεκτικότητάς του κι έμενε σχεδόν τρία χρόνια μακριά από τα κινηματογραφικά φώτα.

Η μοίρα ωστόσο είχε άλλα σχέδια. Στο περιθώριο των γυρισμάτων του «Raintree Country», σ’ ένα πάρτι που έδινε η συμπρωταγωνίστρια Τέιλορ και ο τότε σύζυγός της Μάικλ Γουάιλντινγκ (αν και ήδη εφορμούσε ο Μάικ Τοντ που θα ήταν ο επόμενος της μακράς σειράς), ο Κλιφτ έφυγε κάποια στιγμή και πήγε και σφήνωσε το αυτοκίνητό του σ’ έναν τηλεφωνικό στύλο. Το ατύχημα θα κόστιζε εννέα εβδομάδες καθυστέρηση στα γυρίσματα μιας γενικότερα καταραμένης ταινίας, μια δυσκολότατη πλαστική εγχείρηση που θα ήταν αδύνατον να περισώσει την μεγάλη ομορφιά του προσώπου του και θα σημείωνε αυτό που στο Χόλιγουντ όλοι θα ψιθύριζαν σαν την πιο αργή αυτοκτονία της ιστορίας της βιομηχανίας.

Έκτοτε ο Κλιφτ θα έπεφτε με τα μούτρα στα παυσίπονα, τα αντικαταθλιπτικά και το αλκοόλ, η ήδη δύστοκη συνεργασιμότητά του θα γινόταν ανέκδοτο και το πρόσωπό του θα αντιπροσώπευε την σταδιακή καταρράκωση ενός μύθου που εξέπνεε πρώιμα. Την επόμενη χρονιά θα έπαιζε μαζί με τον (επίσης γεννημένο στη Νεμπράσκα!) Μπράντο στον «Χορό των Καταραμένων» (η μόνη φορά που δύο από τα είδωλα της τότε Μεθόδου – Μπράντο, Ντιν, Κλιφτ – θα βρίσκονταν μαζί), το ’59 θα ξανάβρισκε την Τέιλορ και τον Γουίλιαμς στο εκλεκτό «Ξαφνικά, Πέρσι το Καλοκαίρι», Τέιλορ, Χέπμπερν υποψήφιες ο ίδιος όμως όχι (μεγάλο ακαδημαϊκό λάθος) και το ’61, μια ωραία, γενναία και σημαδεμένη χρονιά, θα βρει τους «Αταίριαστους» του Χιούστον, το θρυλικό έργο-κύκνειο άσμα των Γκέιμπλ και Μονρό. Η τελευταία, έρμαιο της δικής της δυστυχίας, δηλώνει πως «ο Κλιφτ είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρω σε χειρότερη κατάσταση από μένα».

Την ίδια χρονιά θα βρει και την «Δίκη της Νυρεμβέργης» όπου ο σκηνοθέτης Στάνλεϊ Κρέιμερ, απογοητευμένος από έναν διαρκώς μεθυσμένο Κλιφτ που δεν θυμάται μισή πρόταση, του λέει «αυτοσχεδίασε, απλώς κοίτα τον Σπένσερ [Τρέισι] και αυτοσχεδίασε», ο Κλιφτ το κάνει, είναι συγκλονιστικός - και παίρνει και την τελευταία του οσκαρική υποψηφιότητα για δέκα λεπτά ρόλο.

Το 1962 έρχεται το ουσιαστικό κύκνειο άσμα, το μεγαλειώδες «Φρόυντ» του Χιούστον, άπειρες (απ’ αυτές που λένε «πιπεράτες») ιστορίες γυρισμάτων, η ουσία παρέμεινε πως ο Κλιφτ, παρότι ένα σωματικό και ψυχολογικό ράκος κατακτά μια απάτητη κορυφή εσωτερικότητας και βλέμματος εδώ, ενώ η ταινία γνωρίζει και μεγάλη εμπορική επιτυχία που ωστόσο δεν μπορούσε να αποτρέψει την απόλυτη δυσπιστία των στούντιο στον επαγγελματισμό του ηθοποιού.

Τέσσερα ολόκληρα χρόνια μετά, η Τέιλορ βάζει πλάτη και την αμοιβή της ως εγγύηση, ζητώντας των Κλιφτ συμπρωταγωνιστή της στο «Ανταύγειες σε Χρυσό Μάτι», μόνο έτσι το στούντιο (και ο Χιούστον) θα δέχονταν μάλλον, ο Κλιφτ σχεδιάζει την επιστροφή του προθερμαινόμενος ενδιάμεσα με το «Defector», όμως η καρδιά του έχει άλλη άποψη, ένα πρωϊνό του Ιουλίου του 1966, πριν την έναρξη των γυρισμάτων, ο Κλιφτ βρίσκεται νεκρός στην μπανιέρα του. Τον ρόλο θα έπαιρνε ο Μάρλον Μπράντο.

Υπήρξε μεγάλος, υπήρξε μοντέρνος, πίσω μόνο από τον Μπράντο σ' εκείνα τα ωραία χρόνια της υποκριτικής, από τις ελάχιστες (17) ταινίες του οι περισσότερες στέκουν σήμερα αδιάψευστη μαρτύρια του πρόωρα ληγμένου, ντροπαλού κι ηφαιστειώδους μαζί, μεγαλείου του