17:15
11/9

Νικ Χόρνμπι: Για Έναν Συγγραφέα

Βραβευμένος συγγραφέας, δύο φορές υποψήφιος για όσκαρ σεναριογράφος, στιχουργός και ποικιλοτρόπως εμπλεκόμενος με την μουσική (και την μουσικοκριτική), μανιακός οπαδός της Άρσεναλ, ένας από τους επιδραστικότερους ανθρώπους επί της βρετανικής κουλτούρας. Κυρίες και κύριοι, με αφορμή την έξοδο της νέας ταινίας (βασισμένης σε βιβλίο του) «Η Τζουλιέτ, Γυμνή», ο Νικ Χόρνμπι!

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ο Νικ Χόρνμπι ενσωματώνει μια γοητευτική αντίφαση. Αν και μπορεί να εύκολα να ειδωθεί σαν εκπρόσωπος τύπου ενός αρσενικού ανθρωπότυπου, διαθέτει μια εντυπωσιακή έφεση στην ανάγνωση συγκεκριμένων τύπων της γυναικείας ιδιοσυγκρασίας που ενώ εύκολα θα μπορούσαν να εκπέσουν στην στερεοτυπικότητα, ο Χόρνμπι τους περιβάλλει όχι μόνο με την αναγκαία συγγραφική στοργή μα κι έναν βαθύτερο θαυμασμό για την ανεκτικότητα, την αντοχή, την προσαρμοστικότητα, τη γενναιότητα και τη σοφία τους. Δεν είναι τυχαίο πως αυτά είναι τα χαρακτηριστικά των ηρωίδων των ταινιών για τις οποίες ανταμείφθηκε και με σεναριακές υποψηφιότητες («Μια Κάποια Επαίδευση», «Μπρούκλιν»), ταινιών που δεν βασίστηκαν μάλιστα σε δική του πρώτη ύλη, αυτή ακριβώς είναι και η σκιαγράφηση της κεντρικής ηρωίδας (Ρόουζ Μπερν) στο «Η Τζούλιετ, Γυμνή» που θα δείτε από αύριο στις κινηματογραφικές αίθουσες.

Ωστόσο, η πεμπτουσία του Χόρνμπι βρίσκεται στην συνάφειά του με τον άνδρα-αγόρι που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην ηλικία του, αρνείται να δεχθεί τις ευθύνες των πράξεών του, δειλιάζει μπροστά στο ενδεχόμενο της οικογένειας, υπολείπεται ως προς τις προσδοκίες των άλλων αλλά και της ίδιας του της νεανικής υπόσχεσης. Οι άνδρες του Χόρνμπι είναι το αρνητικό καθρέφτισμα τής, περίπου εξιδανικευμένης, μορφής των γυναικών του έργου του.

Παρ’ όλα αυτά, καλόκαρδοι μες την εγωπάθειά τους, γοητευτικά αφελείς στην αντιπαράθεσή τους με την γυναικεία σοφία, δέσμιοι των σεξουαλικών τους ορμών αλλά και ικανοί, στο τέλος-τέλος, για την συνειδητοποίηση, την μετάνοια και την κάθε άλλο παρά εγωπαθή αίτηση συγχώρεσης, οι άνδρες του Χόρνμπι είναι δυναμικοί χαρακτήρες, εξελισσόμενοι διαρκώς σε μια διαρκή αυτοέκθεση και απαίτηση ενός υπαρξιακού reboot, όπως ακριβώς ο Τάκερ Κρόου (Ίθαν Χοκ), που από ξεπεσμένος ρόκερ ζητά μια ευκαιρία στην ζωή της Άννι (Ρόουζ Μπερν) στην ταινία που θα δούμε από αύριο και στην Ελλάδα.

Ιδού οι πέντε χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις «Χορνμπισμού» στο σινεμά:

«Fever Pitch» (1997)

Η πρώτη επαφή του Χόρνμπι, σεναρίστας από το βιβλίο του, με το σινεμά είναι αντιπροσωπευτική ήδη από την ιστορία της: Ένας άρρωστος οπαδός της Άρσεναλ προσπαθεί να παντρέψει την ποδοσφαιρική του μανία με την ερωτική του σχέση, αδυνατώντας να βρει το σημείο της καμπής εκεί που ο αγορισμός θα δώσει τη θέση του στον ανδρισμό. Με πρωταγωνιστή τον Κόλιν Φερθ, το «Fever Pitch» δεν αγαπήθηκε από την κριτική αλλά αυτή είναι η λάθος πόρτα για τέτοια ταινία, η σωστή είναι όσοι ταυτίζονται με τον εμμονικό αρσενικό που αδυνατεί να βρει τις απολαύσεις της εφηβείας του στην ικανοποίηση της ενηλικίωσης.

«High Fidelity» (2000)

Ακόμα θυμάμαι τον αντίκτυπο της πρώτης προβολής του «High Fidelity», μιας γουντιαλενικής, νευρωτικής, ρομαντικής κομεντί, με την μουσική στη θέση του ποδοσφαίρου αυτή τη φορά κι έναν απολαυστικά εκνευριστικό στην εγωπάθειά του αρσενικό στη μέση (Κιούζακ), να προσπαθεί να βρει αν είναι χάλια επειδή ακούει ποπ μουσική ή ακούει ποπ μουσική επειδή είναι χάλια. Ξέραμε, τότε, στην πρώτη προβολή, πως βλέπαμε ένα ήδη κλασσικό έργο «για μας». Ο Χόρνμπι εδώ δεν είναι στο σενάριο, αλλά ο Φρίαρς στη σκηνοθεσία και οι πινελιές του πάντα αρμόδιου (και ως ομοιπαθούντος) Κιούζακ απογειώνουν το βιβλίο του.

«Για Ένα Αγόρι» (2002)

Ποικιλοτρόπως συμβολικό, στην αφήγηση και στην ιστορία, το «Για Ένα Αγόρι» χτυπάει διάνα στην αρσενική φαντασιωτική αυταρέσκεια και την, ελαφρώς ψευδεπίγραφη, αυτάρκεια που γεννά, συστήνοντας έναν χαρακτήρα – και μια στιγμή της μυθολογίας του Χόρνμπι – που πρέπει να απαγκιστρωθεί από αυτό που νομίζει πως είναι η ζωή του και να οδηγηθεί σε μια επιφοίτηση των, περισσότερων, επιλογών του. Αν και πάλι απών από το σενάριο, ο Χόρνμπι φουλάρει την ιστορία με την (τυπική του) καλή προαίρεση, το σταθερό χιούμορ της αφ’ υψηλού ανασφάλειας και του εν τη γενέσει σοκ της συνειδητοποίησης πως ίσως τη ζωή μας μπορεί και να την πήραμε λάθος – ας την αλλάξουμε όσο προλαβαίνουμε.

«Μια Κάποια Εκπαίδευση» (2009)

Η πρώτη σεναριακή υποψηφιότητα για όσκαρ, ίσως και η «τυπικά καλύτερη» ταινία με την υπογραφή του Χόρνμπι κάπου στην ούγια, είναι ενδεικτική των όσων αναφέρθηκαν στην αρχή για τη ματιά του συγγραφέα στη Γυναίκα. Βασισμένο στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Λιν Μπάρμπερ, τούτο είναι μια καλογραμμένη, σε στιγμές σε βαθμό διαλογικού υπολογισμού από μεριάς Χόρνμπι, ιστορία χειραφέτησης, μια ακόμα απόδειξη του πως τα πάντα στη ζωή για τον Χόρνμπι περνούν μέσα από τραγούδια, μουσικές, βιβλία, τέχνη και σινεμά, αλλά και μια μαρτυρία της εμπιστοσύνης σ’ έναν όν ικανό να εκτιμά και να προβλέπει το περιβάλλον του κρατώντας σαν κυτταρική μεμβράνη τα απαραίτητα και αφήνοντας απ’ έξω τα επιβλαβή.

«Brooklyn» (2015)

Εντυπωσιακά, η δεύτερη υποψηφιότητα του Χόρνμπι, ανοίγεται σε ακόμα βαθύτερα, εξίσου φεμινιστικά, νερά με το προηγούμενο, έχοντας στο κέντρο της μια νεαρή κοπέλα που φεύγει από την Ιρλανδία για να έρθει στο Μπρούκλιν της δεκαετίας του ’50 και να βρεθεί στο δίλημμα ανάμεσα σε δύο εραστές, έναν από την γενέτειρά της κι έναν από τη νέα της πατρίδα. Από την σεξουαλική χειραφέτηση στην γυναικεία συνειδητοποίηση, το σενάριο του Χόρνμπι (συν την Σίρσε Ρόουναν που αυτά τα παίζει στα δάχτυλα) περιγράφει πολυεπίπεδα την δυσκολία, τον κίνδυνο μα και την υποδηλούμενη, «σιωπηλή» σοφία που διέπει ένα φύλο προπονημένο στην αντιξοότητα μιας ανδροκρατούμενης κοινωνικής πραγματικότητας.