13:47
17/7

Στη σκιά ενός αριστουργήματος! 60 χρόνια από την πρεμιέρα της «Σκιάς των Τεσσάρων Γιγάντων»

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο, μια ανάγνωση κάτω απ' την αριστοκρατική ψυχαγωγία της αγαπημένης ταινίας.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

Ανάμεσα στους περιοδικούς θεατές ή τους παραδοσιακούς, ίσως γηραιότερους, σινεφίλ, η «Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» απολαμβάνει μιας μεταχείρισης τόσο πρόχειρα ευμενούς όσο και ενοχλητικά άδικης - «δεν είναι όμως σαν τα πιο δυνατά του», θ’ ακούσεις. Ίσως και γιατί, μπορεί να πρέπει να παραδεχθούμε, πως παρά τις οκάδες εφήμερης αναγνώρισης κι αναγνωρισιμότητας, ο Χίτσκοκ επιστρέφει σιγά-σιγά στην προ Cahiers du Cinema ανυποληψία από το μεγαλύτερο κοινό που, αβοήθητο ίσως κιόλας από την κριτική, αδυνατεί (ή αδιαφορεί) να εκτιμήσει έναν δημιουργό που κρύβει τον πλούτο του κάτω από τον μανδύα του ανέφελου entertainment.

Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτό το entertainment που με κάνει να τον θεωρώ τόσο σπουδαίο. Και η «Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» είναι η επιτομή αυτής της προσέγγισης του σινεμά. Η ακραία ψυχαγωγική ταινία μιας ασύγκριτης, συνεκδοχικής κι επαγωγικής σκηνοθεσίας περιστατικών.
Κι όμως.

Πίσω από την επιδεικτική κατασκευαστική της τελειότητα, η Σκιά καμουφλάρει το πλήθος και την ένταση των συνεπειών της ρητορείας της. Κάτω από την ιστορία της καταδίωξης ενός αθώου, κρύβεται έξοχα συνοψισμένη η αγωνία ολόκληρου του ανδρικού φύλου. Που σιωπηρά (και καθόλου συνωμοτικά, μην εκληφθώ σωβινιστικά) εγκλωβισμένο σε μια κοινωνία ύπουλης μητριαρχικότητας, αδυνατεί να εξαργυρώσει τις επιταγές που του επιδίδονται, να ενηλικιώσει, ας πούμε, το αγόρι σε άνδρα, να μετεξελιχθεί σε επιβιωτή / διεκπεραιωτή / κυνηγό / προστάτη και, τρόπον τινά, στυλοβάτη του κοινωνικού ιστού.

Ο Ρότζερ Θόρνχιλ (ο ενδεδειγμένος Κάρι Γκραντ) δεν είναι παρά ο αιώνιος (και εδώ, μονάκριβος) γιόκας. Μεγαλωμένος αστικά, εύστροφος, προικισμένος με πνεύμα σαρδόνιο, ειρωνική δεινότητα και αγορίστικη γοητεία. Ένα πράγμα δεν είναι, όχι ακόμα τουλάχιστον, παρά τους δύο (εύλογα αποτυχημένους) γάμους του: Άντρας. Όχι βέβαια γιατί δεν έχει οικονομική ή κοινωνική αναγνώριση. Αλλά για δύο άλλους σημαντικότερους, υποθέτω, λόγους: Ο πρώτος αφορά στην ανικανότητά του να λειτουργήσει αυτόνομα χωρίς το χαϊδολόγημα ενός κεκτημένου περιβάλλοντος. Περιβάλλοντος επαγγελματικού, και, κυρίως, οικογενειακού. Η Μαμά, φιγούρα ανέκαθεν ψυχολογικά καταναγκαστική στο σινεμά του Χίτσκοκ, ποζάρει εδώ ως η κατ’ εξοχήν ευνουχιστική φυσιογνωμία στη ζωή του Άνδρα. Στις κρισιμότερες στιγμές του πρώτου μισού της ταινίας, ο Θόρνχιλ προστρέχει στη μαμά του ως διευθετήτρια των προβλημάτων του. Ο Χίτσκοκ, σαρκαστικά, έχει ήδη σχολιάσει την παραδοξότητα του σχήματος, βάζοντας στο ρόλο της μαμάς την Τζέσι Ρόϊς Λάντις, στην (ορατή) πραγματικότητα μόλις επτά ετών μεγαλύτερης από τον Γκραντ…

Ο Θόρνχιλ δεν είναι Άντρας λοιπόν, γιατί είναι ακόμα πίσω απ΄τη φούστα της μαμάς. Δεν είναι όμως και γιατί, αναρτημένος ών στο όχημα μιας ολοφάνερα (σε όλους μας εκτός απ’ τον ίδιο) κουρούμπελης γυναίκας, δεν γνωρίζει καν τον τρόπο να κερδίσει σεξουαλικά μια ώριμη γυναίκα. Που με τη σειρά της, και παρ’ ότι ερωτευμένη με το «αγόρι» σε δαύτον (μιλώντας για καίρια στόχευση ροπών μιας κατά τα άλλα «αθώας» ταινίας) παλινδρομεί ανάμεσα στην χειραγώγηση, τον πατερναλισμό αλλά και το δόσιμο. Θα είναι (;) άλλωστε η επόμενη Μαμά του.

Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αρκεί όμως για να εμπεδώσει το Αγόρι την (πολυαναμενόμενη) σεξουαλική του άνδρωση. Πίσω από την (αντί σεξ) πολυλογία του, κρύβεται ακόμη το ανασφαλές αγοράκι που χρειάζεται λεκτική, «μητρική» επιβράβευση. Το ξυραφάκι του (στη σκηνή του ξυρίσματος) είναι ακόμα…μικρό, δεν αφήνει «ούτε τη μαμά του» να του βγάλει τα ρούχα…Μόνο όταν, και εδώ θίγεται ο δεύτερος λόγος, εξαναγκαστεί να πολεμήσει για τη ζωή του, η ενηλικίωση θα ξεκινήσει. Κι αυτό θα γίνει, μέσα από έναν αγώνα διεκδίκησης της προσωπικής του ταυτότητας. Ονομαστικής, σεξουαλικής, ανδρικής.

Τι είναι, άλλωστε, η «Σκιά», αν όχι ένα τυπικό χιτσκοκικό παιχνίδι παρεξηγημένης ταυτότητας και συνεπακόλουθων συνεπειών. Μόνο που εδώ, όπως και ένα (κινηματογραφικό) χρόνο πριν και ένα χρόνο μετά, το πράγμα έχει σοβαρέψει. Ο Χίτσκοκ με μια λύπη σπαρακτικά διάχυτη στον «Δεσμώτη του Ιλίγγου», εξίσου σπαρακτικά επιθετική στο «Ψυχώ» (και κατ’ ευθείαν ανελέητη στα «Πουλιά», αλλά εκεί πια ο Χίτσκοκ κατρακυλά έρμαιο της αμετάκλητης μοναξιάς του), αστειεύεται στην «Σκιά» για τελευταία φορά με το πιο προσωπικό του (και πάμπολλων ανδρών) πρόβλημα. Εκείνο που του στέρησε την ικανότητα να εμπλακεί συναισθηματικά, καταδικάζοντάς τον σε πλατωνικούς έρωτες των πρωταγωνιστριών του (και της εικόνας τους, που με φανατική επιμέλεια ανασύσταινε), μετατρέποντάς τον σε δώρο δικό μας και κατάρα του εαυτού του.