14:06
18/4

Σκηνοθέτης για μια νύχτα: 8 ταινίες που ήταν οι μοναδικές του δημιουργού τους

Με αφορμή τον δυστυχή λόγο που ο «Ελέφαντας [που] Έστεκε Άκινητος» σηματοδοτεί την μοναδική σκηνοθετική δουλειά του σκηνοθέτη του, ανοίξαμε τα κιτάπια, βρήκαμε πάμπολλες περιπτώσεις μοναδικών σκηνοθεσιών και σας παρουσιάζουμε ορισμένες εκλεκτές εξ αυτών.

Από τον Ηλία Δημόπουλο

«Der Verlorene» (1951) του Πίτερ Λόρε

Η απίστευτη, σχεδόν παντελώς άγνωστη, ταινία του Πίτερ Λόρε, του πρωταγωνιστή του «Μ» του Φριτς Λανγκ και φυσικά των αναρίθμητων ταινιών του στουντιακού αμερικανικού '40. Φτιαγμένο στη Γερμανία των αρχών του '50, με πλοκή τα ιατρικά πειράματα των Ναζί και θέμα την γερμανική μεταπολεμική ενοχή, μόλις πέντε χρόνια μετά τον πόλεμο, αυτό είναι ένα sui generis «νουάρ», μια αφάνταστα προσωπική υπογραφή ενός εξόριστου καλλιτέχνη από μια χώρα που αγαπά και μια αλήθεια που τον πονά. Ο Λόρε το έγραψε, το σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε και δέχτηκε φυσικά και το βαρύ χτύπημα της σκληρής αδιαφορίας του κοινού της εποχής που ποτέ δεν γούσταρε την επισημοποίηση της βαθύτατης, τραγικά δίκαιης ενοχής του. Το έργο ξεχάστηκε άμεσα.
Τόσο κάπνισμα σε ταινία δεν έχεις ξαναδεί, επίσης.

«Η Νύχτα του Κυνηγού» (The Night of the Hunter, 1955) του Τσαρλς Λότον

Αναστήθηκε εγχωρίως σε μεγάλο βαθμό από το περιοδικό αυτό και τον τότε διευθυντή του, Γιώργο Τζιώτζιο (που ήταν παντοτινό αγαπημένο του), γνώρισε εκ νέου διανομή στη χώρα μας και τώρα πια, τι ευτυχία, μια γενιά όντως ανατράφηκε με την γνώση του και την κοινοκτημοσύνη του. Ελπίζει κανείς η επαγγελματική άγνοια και η περηφάνια της περιφρόνησης, από πλευράς κοινού, στο κινηματογραφικό παρελθόν δεν θα το ξαναβάλει στο χρονοντούλαπο. Παραείναι θαυμάσιο παραμύθι παιδικής ματιάς και αρχέγονων μύθων για να εξαφανιστεί ξανά. Αιώνιο κρίμα που η αποτυχία του απέτρεψε τον Λότον δια παντός απ' το να σκηνοθετήσει ξανά.

«Η Εκδίκηση Είναι Δική μου» (One Eyed Jacks, 1961) του Μάρλον Μπράντο

Όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε το αναφέρουμε, το προτείνουμε κι εξακολουθούμε να ελπίζουμε πως θα υπάρξει μια γενιά που θα ανατραφεί θεωρώντας το αυτό που είναι: Ένα κόσμημα που για παραπάνω από μισό αιώνα θεωρούσαμε καταδικασμένο στην αφάνεια και που λίγα χρόνια πριν, αποκατεστημένο πια, «αναστήθηκε» στο απίστευτο εικαστικό του μεγαλείο και την τέλεια κουρδισμένη (και μοναδική) σκηνοθεσία του δημιουργού της. Ο Μάρλον Μπράντο, μ' ένα μόνο έργο και αφού απέλυσε τον Κιούμπρικ (!), πήρε τον χρόνο του, έβγαλε έξω φρενών τους παραγωγούς, έδωσε ιαπωνικό ρυθμό και αρχαιοελληνική πινελιά σ' ένα (σχετικά) αθώο τέτοιων επιρροών είδος, αλλά, Θεέ μου, τι αποτέλεσμα παρέδωσε...

«Το Καρναβάλι των Ψυχών» (Carnival of Souls, 1962) του Χερκ Χάρβεϊ

Η άπιαστη γοητεία του ευφυούς ερασιτεχνισμού, το χάρισμα της εκφραστικής ελευθερίας του z movie πενιχρού προϋπολογισμού, το εγκληματικά άγνωστο πρωτόλειο. Ο Ρομέρο, ο Λίντς και ο Σιάμαλαν του χρωστούν το πρώτο τους κινούν, άρα το σινεμά του μοντερνισμού των τελών του '60, το '80 και του 21ου αιώνα θα ήταν αλλιώς δίχως αυτό. Εκπληκτικές εμπνεύσεις, αρχαίας αξίας χειροποίητη αίσθηση, φαντα(σμα)τικό soundtrack, που έβαλε πλάτη να έρθουμε από τα '50ς στο σήμερα, καταπληκτικό εύρημα στο φινάλε - αν και η «Ζώνη του Λυκόφωτος» το είχε τρόπον τινά προλάβει. Πιο μεγάλο απ' ότι γρήγορες γραμμές μπορούν να εκφράσουν, πιο σημαντικό απ' ότι οι επιρροές του τολμούν να παραδεχτούν.

«Τιτανομαχία στον Ειρηνικό» (None but the Brave, 1965) του Φρανκ Σινάτρα

Η μοναδική σκηνοθεσία του Φράνκι έγινε για την αρμόδια Warner και είναι πλημμυρισμένη θαυμάσιες αντιπολεμικές προθέσεις που τις συναντάς στην διλογία της Ιβοζίμα του Ίστγουντ και στην «όλα 0.99» ένδεια του νεοελληνικού «Αιγαίο ΣΟΣ». Ένας Ιάπωνας κάνει το voice over, Ιάπωνες και Αμερικάνοι εν μέσω 2ου Παγκοσμίου Πολέμου ναυαγοί στο ίδιο νησί, το παρανοϊκό αδιέξοδο του πολέμου. Μπορούσε να είναι καλύτερο είναι όμως και πάλι ένα ωραιότατο, καλογυρισμένο και υγιώς φιλελεύθερο δείγμα αμερικάνικου σινεμά που προλέγει την θαυμάσια επόμενη 15ετία και τον εμπνευσμένο φιλελευθερισμό της.

«Komissar» (1967) του Αλεξάντρ Ασκόλντοφ

Μία ταινία προσπάθησε ο Ασκόλντοβ, εκπληκτική όσο κι αν ήταν, έπεσε πάνω στην εποχή που η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπιζε την αποσταλινοποίηση της εποχής Χρούτσεφ με ενοχή. Η λογοκρισία τον τάραξε στο σενάριο και τα γυρίσματα κι όταν το έργο ολοκληρώθηκε κατέβηκε αμέσως και ο Ασκόλντοφ κατηγορήθηκε για προδοσία και καθεστωτικό παρασιτισμό, έχασε δουλειά και εργατική ταυτότητα και δεν ξαναδούλεψε ποτέ. Το ότι γλίτωσε τα πολύ χειρότερα οφείλεται στην οριακή μεσολάβηση του πρωταγωνιστικού του ζεύγους που διέσωσαν και κόπια της ταινίας που πήγε άμεσα για καταστροφή. Το έργο προβλήθηκε κανονικά είκοσι χρόνια αργότερα, ειρωνικά στην 70ή επέτειο της Επανάστασης που στα 50χρονά της δεν άντεχε τον πεσιμισμό του. Το υπέροχο διαυγές σοβιετικό ασπόμαυρο, η βαθιά ρώσικη ανθρωπιά και το πραγματιστικό μα ζεστό βλεμμα στα πεπραγμένα του αιώνα (και ο μετεπαναστατικός εμφύλιος και η τραγωδία του 2ου Πολέμου), χαρακτηρίζουν μια σπάνια ταινία.

«The Honeymoon Killers» (1970) του Λέοναρντ Κασλ

Μοναδικής χροιάς κι οπωσδήποτε πρωτοποριακή σε οτιδήποτε ακολούθησε εκείνη τη δεκαετία (και όχι μόνο, κάτι Σον Μπέικερ και Λι Ντάνιελς πρέπει να ορκίζονται σ' αυτό), σκηνοθετημένη (τελικά) από έναν...μουσικό, συνθέτη όπερας. Τελικά, διότι στην αρχή ήταν μπλεγμένος ακόμα και κάποιος Μάρτιν Σκορσέζε - απολύθηκε όμως γιατί...αργούσε το γύρισμα και ταινίες τέτοιων ελάχιστων προϋπολογισμών δεν αντέχουν χρονοτριβές. Παραγωγή της αείμνηστης American International Pictures των Νίκολσον και Αρκόφ (άρα ανεξάρτητο), το έργο αφηγείται την ιστορία δύο ανθυποηρώων που από το περιθώριο οδηγούνται στο έγκλημα. Άνθρωποι χωρίς μοίρα στον ήλιο, «κακό» γούστο που μπαίνει στο κυκλοφορικό ενός Χόλιγουντ που άλλαζε δραματικά και τελικά ένα σινεμά που ορίζεται σαν εμβληματικό, ορκισμένα χρονολογημένο και δραστικά ανεπανάληπτο. Η αγαπημένη αμερικανική ταινια του Φρανσουά Τριφό.

«Ο Τζόνι Πήρε τ' Όπλο του» (Johnny Got His Gun, 1971) του Ντάλτον Τράμπο

Η μοναδική ταινία του μεγάλου σεναρίστα Τράμπο, ενός από του 10 του Χόλιγουντ που αντιστάθηκαν (και πλήρωσαν) σθεναρά στο κυνήγι των κομμουνιστικών μαγισσών του Μακάρθι, είναι από τα σημειακής αξίας αντιπολεμικά δράματα της ιστορίας του σινεμά. Η ιστορία είναι από εκείνες που στο χαρτί μοιάζουν αυτό που οι κριτικοί αρέσκονται να απλοποιούν σε misery porn, εδώ ευτυχώς δεν τόλμησε (ακόμα) κανείς να πει τη βλακεία του. Συνταρακτική αντιπολεμική κραυγή από έναν εμφανισιακά μη άνθρωπο λόγω του πολέμου (ο ήρωας της ταινίας δεν έχει άκρα, μύτη, μάτια, αυτιά και στόμα) που παραμένει ένας σιωπηρά κραυγάζων υπεράνθρωπος ως το τραγικό φινάλε. Κανείς δεν το είδε, αργότερα απέκτησε μια φήμη που το ακολουθεί ως σήμερα, ο Τράμπο όμως δεν ξαναγύρισε ποτέ του έργο. Δεν χρειαζόταν.