Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Σατόσι Κον: Ξαναβλέπουμε το «Perfect Blue» (1997) ? αφιερωματα , θεματα || cinemagazine.gr
12:13
12/10

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Σατόσι Κον: Ξαναβλέπουμε το «Perfect Blue» (1997)

Η ταινία που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα γιαπωνέζικα anime παραμένει ακραίο ψυχολογικό θρίλερ που χρωστά περισσότερα στο ιταλικό giallo παρά στους φαντασμαγορικούς προγόνους του.

Από τον Θανάση Πατσαβό

Η 21χρονη Μίμα εγκαταλείπει το κάποτε δημοφιλές νεανικό ποπ γκρουπ του οποίου ηγείτο για να δοκιμάσει την τύχη της ως ηθοποιός σε μια τηλεοπτική σειρά μυστηρίου, όπου μια σκηνή βιασμού θα προκαλέσει την οργή των θαυμαστών της. Καθώς λεπτομέρειες της προσωπικής της ζωής δημοσιεύονται στο διαδίκτυο και συνεργάτες της δολοφονούνται με φρικιαστικό τρόπο, η Μίμα βυθίζεται σε μια παρανοϊκή φαντασίωση όπου τα όρια μεταξύ το ρόλου της και της πραγματικότητας, της προσωπικής ζωής και της δημόσιας εικόνας της γίνονται δυσδιάκριτα.

Ένα εμβληματικό anime, το «Perfect Blue» φαντάζει σήμερα ως το φιλμ με το οποίο το είδος των γιαπωνέζικων κινουμένων σχεδίων ενηλικιώθηκε οριστικά, εξορμώντας σε σκοτεινά μονοπάτια χωρίς να αγκιστρώνεται σε υπερφυσικά πλάσματα και σούπερ ήρωες. Μέχρι τότε δαίμονες, γιγαντιαία ρομπότ και μοιραίες λολίτες κατέκλυζαν τις ταινίες του είδους που κατέφευγαν σε επικές μάχες (για τα αγοράκια) και ρομαντικές ιστορίες (για τα κοριτσάκια). Σε αντίθεση με τα γιαπωνέζικα κόμικ (manga), τα anime δεν είχαν ποτέ την πολυσυλλεκτικότητα των χάρτινων ομολόγων τους, κάτι που το «Perfect Blue» ήρθε να αλλάξει για πάντα.

H αντιδιαστολή της σχεδόν παιδικής της αφέλειας με ένα αδηφάγο σύστημα κατασκευής ειδώλων

Ως σύνθετο ψυχολογικό θρίλερ με ρεαλιστικό φόντο, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Σατόσι Κον θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γίνει με αληθινούς ηθοποιούς. Πράγματι, η ιδέα για μια διασκευή στο μυθιστόρημα του Γιοσικάζου Τακεούσι γεννήθηκε το 1993 και αρχικά προοριζόταν για τη straight to video ιαπωνική αγορά ως κανονική ταινία. Ο σεισμός του Κόμπε, όμως, τον Ιανουάριο του 1995, που κόστισε τη ζωή σε 5.100 ανθρώπους, ανέβαλε τις προετοιμασίες της ταινίας. Λίγο αργότερα, και με μεγάλη επιφυλακτικότητα λόγω θέματος, το πρότζεκτ πήρε το πράσινο φως ως anime. Φαινομενικά δεν έμοιαζαν να υπάρχουν αρκετοί λόγοι που να δικαιολογούν τη διασκευή της συγκεκριμένης ιστορίας σε κινούμενα σχέδια, όμως, αυτή ακριβώς η αρχικά ασύνδετη διασταύρωση θεματικής και τεχνοτροπίας είναι που κάνει το φιλμ τόσο μοναδικό και απροσδιόριστα ενοχλητικό.

Αν και ζωγραφιστά, τα γυμνά νεανικά στήθη και τα απεχθή εγκήματα ενός μυστηριώδους δολοφόνου μοιάζουν να οφείλουν πολλά στον Ντάριο Αρτζέντο και τους slasher επιγόνους του και μέσα στο αληθοφανές πλαίσιο της ταινίας αναμφίβολα προκαλούν άβολα συναισθήματα. Ο συναισθηματικός αντίκτυπος, όμως, που έχει στο θεατή η σύγχυση της αθώας ηρωίδας προχωρά πολύ βαθύτερα από το αρχικό σοκ της ενίοτε γραφικής βίας και του νοσηρού ερωτισμού. Είναι η αντιδιαστολή της σχεδόν παιδικής της αφέλειας με ένα αδηφάγο σύστημα κατασκευής ειδώλων. Σκηνές όπως εκείνες όπου έντρομη ανακαλύπτει νεκρά τα ψάρια στο ενυδρείο της, προκαλούν το ίδιο μούδιασμα με την τεταμένη σκηνή βιασμού- έστω κι αν η τελευταία αποτελεί κομμάτι της ταινίας μέσα στην ταινία. Ο ίδιος ο μηχανισμός του κινέζικου κουτιού που επαναλαμβάνεται πολλαπλώς, καθώς η Μίμα ανακαλύπτει (ή φαντάζεται) ανησυχητικές ομοιότητες ανάμεσα στην αληθινή ζωή και το ρόλο που υποδύεται, προτρέπει το θεατή να αναρωτηθεί για την ψυχική ισορροπία της με τον ίδιο τρόπο που, πριν από το «Perfect Blue», ταινίες όπως το «Μωρό Της Ρόζμαρι» ή το «Candyman» έστηναν έναν ασφυκτικό κλοιό αμφιβολίας γύρω από τη νευρωτική τους ηρωίδα.

Εκκεντρικό υβρίδιο που παίζει ιδιοφυώς με τα κινηματογραφικά είδη και μαζι με τις προσδοκίες μας

Κι αν το σενάριο (που απομακρύνθηκε αρκετά από το σχετικά αδρανές μυθιστόρημα) μοιράζεται με τα ιταλικά giallo εκλεκτικές αισθητικές συγγένειες όπως όσο κι ένα υπερβολικό αλλά και συναρπαστικό φινάλε ως λύση ενός κατά τα άλλα ολότελα πιστευτού μυστηρίου, το «Perfect Blue» διαθέτει την απαραίτητη ευελιξία για να κρατηθεί πιστό στις υποθέσεις του για ένα αντισυμβατικό θρίλερ που πατά γερά σε μια μελανή πλευρά της σύγχρονης ιαπωνικής κοινωνίας: το φαινόμενο της δημιουργίας ειδώλων με ημερομηνία λήξης και τη μανιώδη λατρεία τους. Καθώς η άβουλη Μίμα γίνεται έρμαιο μεταξύ οργισμένων θαυμαστών και φιλόδοξων ατζέντηδων, η οδύσσειά της παίρνει τις διαστάσεις ενός προσωπικού εφιάλτη που ίσως ποτέ άλλοτε δε βρήκε αντίστοιχη θέση στη μεγάλη οθόνη.

Διχασμένη ανάμεσα στις αντικρουόμες απαιτήσεις των πρώτων που επιζητούν την επιστροφή της clean cut εικόνας του άσπιλου ποπ ειδώλου και των δεύτερων που αναζητούν ένα νέο προκλητικό πρόσωπο σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας, η Μίμα στοιχειώνεται από ένα μοχθηρό alter ego, όπου καθρεφτίζονται όλες οι επιθυμίες του κοινού. Το ότι η αγωνιώδης προσπάθεια της ηρωίδας να ανακαλύψει την αυθεντική της ταυτότητα μεταφέρεται αυτούσια στον θεατή μέσα από το εικονογραφημένο ντελίριο του Σατόσι Κον αποτελεί, ωστόσο, τη μεγαλύτερη επιτυχία αυτού του εκκεντρικού υβριδίου που παίζει ιδιοφυώς με τα κινηματογραφικά είδη και μαζι με τις προσδοκίες μας.